Γράφει ο εφημέριος της ενορίας π.Εμμανουήλ Μπαργωτάκης

ΕΛΛΑΔΑ Η ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΤΙΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ

Ὁλόκληρο τό ἔτος, ἀλλά ἰδιαίτερα τούς μῆνες τούς καλοκαιρινούς πού οἱ μουσαφήριδες πληθαίνουν, ἡ ὄμορφη Κρήτη μας, ἀλλά γενικά ἡ εὐλογημένη Πατρίδα μας γίνεται ἕνα ἀπέραντο ξενοδοχεῖο. Ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, λειτουργεῖ τό ἐθνικό μεγαλεῖο πού χαρακτηρίζει τήν χώρα μας, ὡς χώρα φιλοτιμίας καί φιλοξενίας.

Στή χώρα μας, τή χώρα τοῦ φωτός, τοῦ πνεύματος, τῶν παραδόσεων καί τοῦ πολιτισμοῦ, ἡ φιλοξενία δέν εἶναι μία ἐπιβεβλημένη ἀβρότητα, ἀλλά ἕνας τρόπος ζωῆς. Ἕνας τρόπος πού κληρονομεῖται ἀπό γενιά σέ γενιά, μέ πρῶτο διδάξαντα τόν Ξένιο Δία, τύπο καί σύμβολο ἑνός ἄλλου προτύπου, πού κι ὅταν ἀκόμη «φιλοξενεῖται» εἶναι Ἐκεῖνος πού οὐσιαστικά φιλοξενεῖ.

Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, δέν εἴμαστε τίποτε ἄλλο παρά μιμητές ἑνός Θεοῦ ἀληθινοῦ, φιλόξενου καί φιλάνθρωπου, πού μᾶς φιλοξενεῖ σ’ αὐτή τήν εὐλογημένη γῆ τῶν πατέρων μας καί μᾶς φιλεύει καθημερινά μέ χίλια δύο καλά καί ἀγαθά.

Εἴμαστε ἀκόμη, θεράποντες καί οἰκονόμοι τῶν δικῶν Του ἀγαθῶν καί δωρημάτων πρός ὅλους ἐκείνους τούς ἐνδεεῖς καί ἀναγκεμένους, τούς περαστικούς καί ἐπισκέπτες, τούς ντόπιους καί ξένους, πού μένουν περισσότερο ἤ λιγότερο στή Χώρα μας καί αὐτές οἱ Ἑλληνικές καί Ὀρθόδοξες καταβολές συντελοῦν ἔτσι ὥστε ἡ φιλοξενία νά συνιστᾶ τήν οὐσία τοῦ ἀνατολικοῦ χριστιανικοῦ τρόπου ζωῆς, ὅπως χαρακτηριστικά ἔγραψε σέ ἄρθρο του ἕνας ξένος ὀρθόδοξος φίλος καί θαυμαστής της χώρας μας.

Ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος Παῦλος γνώριζε καλά τό μέγεθος τῆς ἀρετῆς αὐτῆς ὅταν παράγγελνε: «τῆς φιλοξενίας μή ἐπιλανθάνεσθε, διά ταύτης γάρ ἔλαθόν τινες ξενίσαντες ἀγγέλους » (Ἑβρ.ιγ΄1-2), δηλαδή, μή λησμονᾶτε τήν φιλοξενία, γιατί μέ αὐτήν μερικοί, χωρίς νά τό ξέρουν ἐφιλοξένησαν ἀγγέλους.

Ἴσως τά σπίτια μας, τά ἑστιατόρια καί τά ξενοδοχεῖα μας, δέν μποροῦν νά μεταβληθοῦν σέ τόπους καθημερινῆς δωρεάν διαμονῆς, τροφῆς καί στέγης, ὅμως ἐκεῖνο πού δίδουν καί παρέχουν εἶναι ἡ ὑποδοχή, ἡ καλή διάθεση, ἡ εὐγένεια καί ὁ καλός ὁ λόγος, τό χαμόγελο καί ἡ ἐξυπηρετικότητα, ἀλλά προπάντων ἡ ποιότητα παροχῆς τῶν πάσης φύσεως ὑπηρεσιῶν, πράγματα πού δέν πληρώνονται μέ τό κανένα συνάλλαγμα οὔτε καί ἀνταλλάσσονται ἀλλά παρέχονται δωρεάν.

Στό φιλόξενο νησί μας, τήν Κρήτη, δεχόμαστε καί ὑποδεχόμαστε κάθε ἄνθρωπο στά σπίτια καί τά καταστήματά μας, ὄχι μονάχα γιά τήν ἀποκόμιση κέρδους, ἀλλά περισσότερο σάν ἄνθρωπο καί συνάνθρωπο, σάν ὑψηλό ξένο καί οἰκεῖο ἐπισκέπτη, τόν φιλεύομε καί τόν κερνοῦμε, ρακή καί καλούδια, ἀλλά προπάντων τοῦ δείχνομε τήν χαρά τῆς ἐπισκέψεώς του, πράγμα πού ἀναγνωρίζουν οἱ πάντες καί ὁμολογοῦν ὅτι τέτοια φιλοξενία ἔχει ἀνάγκη ὁ σημερινός κόσμος, ὁ ὁποῖος ἀσφυκτιά ἀπό τίς ραγδαία φθίνουσες ἀνθρώπινες σχέσεις.

Μιά τέτοια φιλοξενία στήν Κρήτη καί γενικά σ’ ὅλη τήν ἐπικράτεια τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, ἐκ μέρους ποιμένων καί λαοῦ, πού ἀπό τά λόγια περνάει στήν πράξη, φτάνει καί περισσεύει γιά νά προβάλλει τήν χώρα μας καί νά δώσει νόημα στίς ἐπιγραφές πού καλοσωρίζουν τούς ξένους καί τούς ντόπιους στίς πόλεις καί τά χωριά μας: (welcome) «Καλῶς ὠρίσατε »!

Ἄν ἡ φιλοξενία ἤ τό πνεῦμα τῆς φιλοξενίας εἶναι τρόπος ζωῆς γιά τούς Ἕλληνες, δέν πρέπει βέβαια νά συγχέεται μέ ἐκεῖνα τά ἐλάχιστα τά ὁποῖα συμβαίνουν καί γίνονται, μεμονωμένα ἤ ὁμαδικά περιστατικά, τά ὁποῖα ἀμαυρώνουν τήν χώρα καί τόν πολιτισμό της. Βεβαίως, ὅταν οἱ πάντες ἀδιάκριτα γίνονται δεκτοί στή χώρα μας καί οἱ πάσης φύσεως ἰδεολογίες ἐπίσης γίνονται ἀποδεκτές, πράγμα πού δέν ἀποτελεῖ ἐθνικό ἀπόρρητο ἀλλά κοινό μυστικό, τότε τά πράγματα γίνονται δύσκολα μέ ἀποτέλεσμα νά δημιουργοῦνται ἐντάσεις καί προβληματισμοί.

Ἐπανειλημμένως, οἱ ἴδιοι, οἱ φιλοξενούμενοι ξένοι στή χώρα μας κρούουν τόν κώδωνα τοῦ κινδύνου καί μᾶς διαμηνύουν. «Μήν νοθεύετε τήν Ἑλλάδα… Κάθε τί ξένο πού ἀλλοιώνει τήν γοητεία της εἶναι ἱκανό γιά νά διώξει τούς ἀληθινούς φίλους της».

Οἱ ἐπισκέπτες πού μᾶς ἔρχονται, εἰδικά οἱ ξένοι, δέν περιμένουν ἀσφαλῶς νά βροῦν οὔτε πιστά οὔτε κακά ἀντίγραφα τοῦ δικοῦ τους τρόπου ζωῆς. Αὐτά τά ἔχουν σέ ἐπάρκεια στήν χώρα τους, ἔρχονται νά ζήσουν καί νά ἀπολαύσουν, ἔστω καί γιά λίγο, τό ἄρωμα μιᾶς χώρας μέ πρωτόγνωρη φιλοτιμία, ἀνεπανάληπτη φιλοξενία, ἀπέραντο σεβασμό, κουλτούρα καί πολιτισμό. Ἔρχονται νά γνωρίσουν ἀπό κοντά τίς ἀρχαιότητες, τούς βωμούς καί τά μοναστήρια της, τά μνημεῖα καί τούς τάφους της καί νά μάθουν ὅτι, ὅταν οἱ πλεῖστοι τῶν λαῶν, ὅταν ἦταν τρωγλοδύτες, ἡ χώρα τοῦ φωτός ἔκτιζε Παρθενῶνες καί Ἐρέχθεια καί δίδασκε πολιτισμό καί μεγαλεῖο.

Ἔρχονται γιά νά ἀκούσουν τήν ἱστορία τῶν Ἡρώων καί τῶν πολεμάρχων, τῶν Ἁγίων καί τῶν Μαρτύρων, τῶν ἀρχαίων σοφῶν καί ποιητῶν, πού ἡ σοφία καί ἡ γνώση των ἀλλά καί τά ποιήματά των διδάσκονται στά πλεῖστα ξένα πανεπιστημιακά ἱδρύματα.

Γι’ αὐτό ἔρχονται, γι’ αὐτό τούς θέλομε, γι’ αὐτό τούς καλοῦμε καί τούς κατευοδώνουμε μέ τήν ἐλπίδα ὅτι τό μυαλό των καί οἱ ἀποσκευές των γέμισαν μέ τά ὡραιότερα καί ὠφελιμότερα πνευματικά καί ὑλικά ἀγαθά καί ἐφόδια πού διαθέτει ἡ εὐλογημένη ἀπό τόν Θεό χώρα μας.

ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΑΠΟ ΕΚΕΙΝΑ ΠΟΥ ΕΖΗΣΑ ΚΑΙ ΑΚΟΥΣΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΥΡΩ ΕΙΡΗΝΑΙΟ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

 

Με απέραντο σεβασμό στη μνήμη, το πρόσωπο, το έργο και την προσφορά του μακαριστού Γέροντός μας και παππού της Κρήτης κυρού Ειρηναίου Γαλανάκη, θα αναφέρω λίγα από τα άπειρα που έζησα, άκουσα και διδάχτηκα στην εικοσιπενταετή διακονία μου πλησίον του και παρά τους πόδας Του.

Εκ του σύνεγγυς, όπως και πολλοί άλλοι  ιερείς και λαϊκοί  της Μητροπόλεώς μας, άκουσα τους παλμούς της ανήσυχης Αρχιερατικής καρδιάς Του, γνώρισα την σοφία των λόγων, των έργων και των πράξεών Του και διδάχτηκα από την πείρα της αγάπης Του και το μεγαλείο της ψυχής Του.

Κάθε κίνηση, απόφαση και πράξη του μακαριστού παππού Ειρηναίου ήταν και ένας καρπός του Αγίου Πνεύματος ο οποίος παραμυθούσε, οδηγούσε, ενίσχυε και αγίαζε τον λαό. Η κάθε κίνηση και απόφαση Του, μετρημένη, προσεγμένη και άλατι Θεού ητριμένη,  δεν άφηνε κανένα περιθώριο σε κληρικούς και λαϊκούς να την αμφισβητήσουν αλλά οι πάντες την αποδέχονταν, ωφελούνταν και εύρισκαν την ενδεδειγμένη, σοφή και σωστή λύση στα ποικίλα προβλήματά τους.

ΑΠΑΝΤΗΣΕ ΤΟ ΧΩΜΑ

Σε κάποιο χωριό της Κισάμου, δύο γειτονικές οικογένειες φιλονικούσαν καιρό. Η διαφορά τους ήταν στο όμορο χωράφι τους λίγα μέτρα γης την οποία διεκδικούσαν και οι δυο. Καθημερινά διαπληκτισμοί, καυγάδες και ύβρεις, με αποτέλεσμα ολόκληρο το χωριό να ζει μια αφόρητη κατάσταση.

Κάποια μέρα που η μια οικογένεια πήγε για να καλλιεργήσει το χωράφι της βρέθηκε κοντά στους άλλους τους αντιφρονούντες που και εκείνοι ήταν στο δικό τους  το χωράφι. Θέλεις το πάθος και η κακία, θέλεις ο Διάβολος, άναψαν σιγά – σιγά τα αίματα και πιάστηκαν στα χέρια. Με σκαπάνια και φτυάρια, ξύλα και πέτρες απειλούσαν ο ένας να σκοτώσει τον άλλο. Από τις φωνές μαζεύτηκαν οι χωριανοί που για ώρα προσπαθούσαν να τους ηρεμίσουν και να κατευνάσουν τα πνεύματα. Ο παπάς της ενορίας μη γνωρίζοντας πώς να βοηθήσει, έτρεξε και μίλησε στο τηλέφωνο με τον μακαριστό παππού. « Σεβασμιώτατε, τρέξτε γρήγορα, στο χωριό μου σκοτώνονται δυο οικογένειες ». Ακούγοντας ο Δεσπότης και καλός ποιμένας την κατάσταση, μέσα σε λίγη ώρα ανταποκρίθηκε και έφθασε στο σημείο.

« Παιδιά μου τι έχετε; Τι επάθατε; Ποια είναι η διαφορά σας »; «Μου πήραν το χωράφι μου, έλεγε η μια πλευρά, το ίδιο ισχυριζόταν και η άλλη ». Ο Δεσπότης αφού έβλεπε τον κίνδυνο και ότι δεν υπάρχει καταλλαγή και συμφωνία, τους φώναξε αυστηρά. « Σταματήστε! Κάτω τα ξύλα και τα φτυάρια κι εγώ θα ρωτήσω την γη που διεκδικείται τίνος είναι ».

Όλοι περίμεναν να δουν τι θα πράξει. Εκείνος γονάτισε, πλησίασε το στόμα του στο χώμα και άρχισε να ψιθυρίζει. Έστησε μετά το αυτί του για να πάρει δήθεν από το χώμα  απάντηση. Με απορία οι αντιμαχόμενοι περίμεναν για να  τον ακούσουν. Κι εκείνος, με αυστηρό ύφος τους είπε. « Για ακούστε, μου είπε ότι δεν ανήκει ούτε σε εσάς, ούτε στους άλλους, εσείς ανήκετε σ’ αυτό που σύντομα θα μπείτε μέσα και σας σκεπάσει ». Ευτυχώς, οι άνθρωποι εκείνοι φιλοσόφησαν την σοφή κίνηση και ενέργεια του Γέροντα, κατάλαβαν το λάθος τους, έδωσαν τόπο στην οργή και συμφιλιώθηκαν με αγάπη.

ΔΥΟ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΕΙΡΗΝΕΥΟΥΝ

Όταν το έτος 1957 ο μακαριστός γέροντας χειροτονήθηκε Επίσκοπος και ποιμενάρχης της ιστορικής τότε Επισκοπής Κισάμου και Σελίνου και εγκαταστάθηκε σ’ αυτήν, θεώρησε ως πρώτο μέλημά του και καθήκον του να περάσει από τις επαρχίες της Επισκοπής του για να δει και να γνωρίσει το ποίμνιό του.

Την δεύτερη Επαρχία το Σέλινο, τότε που τα αυτοκίνητα ήταν ελάχιστα και οι δρόμοι πρόχειροι, την επισκέφτηκε με ένα φορτηγό το οποίο κουβαλούσε πέτρες. Έμεινε για λίγες μέρες σε σπίτια ιερέων και από κει είτε πεζός είτε με ζώο πήγαινε στα χωριά και τις γειτονιές.

Όταν επισκέφτηκε κάποια γειτονιά στην ενορία Μαχιών, στην οποία κατοικούσαν μόνο τρεις γυναίκες, η πρώτη τον υποδέχτηκε και τον καλωσόρισε με τα λόγια. « Καλώς  όρισες Δεσπότη μας. Ήθελα με την ψυχή μου να σε δω και να σε γνωρίσω για να μου κάμεις μια χάρη ». Ο Γέροντας σταμάτησε και πίστευε ότι η γυναίκα θα του παραπονεθεί για τις δυσκολίες της ζωής, για την μοναξιά της, ή για κάποιο πρόβλημα της υγείας της. Αλλά εκείνη του είπε. « Έχω ακούσει ότι όταν πρωτοδείς τον παπά ή τον Δεσπότη, ότι του ζητήσεις να κάνει, εκείνο πιάνεται. Σε παρακαλώ λοιπόν να διαβάσεις αφορισμό σε κείνηνέ  την διπλανή μου, γιατί μού κλεψε το σχοινί της προβατίνας ». Ο Γέροντας μειδίασε και της απάντησε με σοβαρότητα. « Τι λες βρε παιδί μου, σου έκανε τέτοια μεγάλη κλεψιά »; «Ναι, γι’ αυτό θέλω να την τιμωρήσω». Με σοβαρό και επιβλητικό ύφος της απάντησε. « Ευλογημένη, τον αφορισμό τον ξέρεις, δεν ξέρεις όμως ότι αυτός μοιράζεται και πιάνει και τις δυο, κι εσένα κι αυτή και μέχρι τα παιδιά και τα εγγόνια σας θα φθάσει. Θέλεις να τιμωρηθείς κι εσύ μαζί της από τον Θεό »; « Όχι! Φώναξε αυτή» κι έκαμε το Σταυρό της ». «Ε τότε συχώρεσέ  την που σου πήρε μόνο το σχοινί αλλά σου άφησε την προβατίνα και σου υπόσχομαι ότι εγώ θα στείλω  και στις δυο σας μια ολόκληρη κουλούρα σχοινί  για να δένεται τα ζώα σας ».

Σαν έμαθε η γυναίκα ότι το βάρος και η τιμωρία θα είναι μισή σε’ εκείνη και την οικογένειά της, μετανόησε και ακολούθησε το Δεσπότη μέχρι το σπίτι της γειτόνισσας. Εκεί δόθηκε η ευκαιρία στον Δεσπότη να τις συμφιλιώσει και να παραμείνουν αγαπημένες μέχρι το τέλος της ζωής των.

Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ  ΠΕΤΡΑΔΙΞΕ

Ήταν αρχές της πρώτης Αρχιερατείας του μακαριστού Γέροντα, όταν οι επίτροποι με πολλούς άλλους χωρικούς της Ενορίας Πλατάνου αποφάσισαν να ανεγείρουν μικρό Ναό επ’ ονόματι του Αποστόλου Παύλου σε σημείο του δυτικού άκρου της περιοχής Φαλασάρνων που ονομάζεται στου Παύλου, διότι κατά την παράδοση πέρασε από εκεί ο Απόστολος κατά την μεταφορά του προς την Ρώμη. Λέγεται ακόμη ότι μετά από θαλασσοταραχή και μεγάλο κίνδυνο ναυαγίου, αποβιβάστηκαν στην ακτή  και ως σήμερα φαίνονται τα πατήματά του πάνω στα βράχια και το γλυκό και γευστικό νερό που ανάβλυσε στο σημείο.

Κοινή απόφαση των κατοίκων ήταν ο Ναός να οικοδομηθεί  κοντά στο σημείο της αποβίβασης του Αποστόλου, αλλά τον τελευταίο λόγω τον είχε ο Δεσπότης ο οποίος κλίθηκε να δει το μέρος και να εκφράσει την γνώμη του. Όταν επισκέφτηκε κάποιο απόγευμα το μέρος αυτό και θαύμασε το κάλλος του, άλλαξε τα σχέδια των συγκεντρωμένων κατοίκων και υπέδειξε διαφορετικό σημείο οικοδομής του Ναού, από εκείνο που είχαν αποφασίσει.

Αυτομάτως, άρχισαν οι ενστάσεις, οι γκρίνιες και τα παράπονα. « Δεν μπορεί ένας άνθρωπος να παραγνωρίζει την γνώμη και την απόφαση τόσων άλλων και να περνά το δικό του. Δεν τον ακούμε αν είναι και Πατριάρχης. Για καλό τον κουβαλήσαμε εδώ »;

Ο μακαριστός  παπά Γιάννης Λουπασάκης ο οποίος ήταν παρών προσπάθησε  να τους ησυχάσει για να μην καταλάβει ο Δεσπότης την αντίδραση και τις άγριες διαθέσεις τους. Στάθηκε όμως αδύνατο και η κατάσταση όλο και περισσότερο αγρίευε. « Όχι δε θα του περάσει, έλεγε ο ένας στον άλλο ». Τότε ένας ψύχραιμος, ψηλός και ευθυτενής γέρων, που ήταν και επίτροπος στην Εκκλησία, ο μακαριστός Στεφανάκης Μανώλης ( Στεφανομανώλης ), παρ’ όλη την ηλικία των ενενήντα χρόνων του θέλησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις και να ηρεμίσει τα οξυμμένα πνεύματα. « Μωρέ, πόσο βάνεται στοίχημα να κάμω το Δεσπότη να πετραδίζει », ψιθύρισε στους συγχωριανούς του.

«Ποιος κατέει μωρέ παιδιά, πόσα μέτρα είναι από παέ μέχρι τη θάλασσα.   Να κάτεχα η πέτρα αν φτάνει στο γιαλό », φώναξε δυνατά, για να τον ακούσει ο Δεσπότης.

« Μπάρπα  Μανώλη, υπολογίζω περί τα εκατό πενήντα μέτρα πως είναι » είπε ο Δεσπότης και έπιασε από χάμω μια πέτρα να δοκιμάσει αν έφτανε στη θάλασσα. Τότε ο μπάρπα Μανώλης έβαλε το δάχτυλό του στον κρόταφο και τους είπε. « Ίντα σας είπα, δε σας είπα ότι ο Δεσπότης θα πετραδίξει, νάτονε ». Τότε ξέσπασαν όλοι σε γέλια, το κλήμα αποφορτίστηκε και ο Ναός τελικά έγινε στο σημείο που ο Δεσπότης υπέδειξε.

 

 

Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΦΟΒΕΡΙΖΕΙ ΓΑΙΔΑΡΟ

Η μακαριστή Φωτεινή Ανουσάκη δημοσιογράφος, η οποία κατήγετο από τον Πλάτανο Κισάμου και διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις με την Μητρόπολή μας και τον μακαριστό Γέροντα, ήταν μέλος ενός πανευρωπαϊκού συνδέσμου γυναικών υπαίθρου με πολλές δραστηριότητες. Τα μέλη του εν λόγω συνδέσμου, γυναίκες που κατήγοντο από δέκα και περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αποφάσισαν να ιδρύσουν στην Κρήτη ένα  μεγάλο ίδρυμα για τους σκοπούς του συνδέσμου αυτού και έψαχναν τον κατάλληλο χώρο.

Μετά από παρακλήσεις και ενέργειες, η τότε Κοινότητα Γραμβούσας πρότεινε να παραχωρήσει τέσσερα με πέντε στρέμματα γη στην αρχή του ακρωτηρίου Γραμπούσας, στη θέση Λεπιδόλακος.

Κάποιο καλοκαιρινό απόγευμα τους έτους 1985, με ειδοποιεί ο μακαριστός Γέροντας ότι πρέπει να βρεθούμε στο σημείο που η Κοινότητα προτείνει, να το δούμε από κοντά και να εκλέξομε περίπου τον κατάλληλο χώρο για την υπό σκέψη οικοδομή.

Μόλις φθάσαμε στο σημείο, και περιεργαζόμαστε την φύση τριγύρω, βλέπομε ένα αγριογάιδαρο απ’ εκείνους που βόσκουν ελεύθεροι στην περιοχή να έρχεται με μανία και γκαρίσματα κατ’ επάνω μας. «Σεβασμιώτατε, μας έφαγε» του είπα και προσπάθησα να προφυλαχθώ. Τότε αυτομάτως βλέπω τον Γέροντα να σηκώνει το μπαστούνι του και με άγριες φωνές και κινήσεις να τρέχει κατά το μέρος του ζώου. Ο γάιδαρος φοβήθηκε; Ο Θεός μας φύλαξε; Όμως τράπηκε σε φυγή προς αντίθετη κατεύθυνση.

« Σεβασμιώτατε γλιτώσαμε » του είπα και εκείνος μου απάντησε.

« Και ο Διάβολος παιδί μου φοβέρα θέλει. Όχι πως θα άφηνα ένας παπάς και ένας Δεσπότης να πάνε από γάιδαρο ».

 

ΘΑ ΛΥΣΟΜΕ ΑΦΟΡΙΣΜΟ

Ήταν ζεστό Αυγουστιάτικο απογευματινό του έτους 1988, όταν  απροειδοποίητα  έρχεται ο μακαριστός Δημήτρης Νικηφοράκης, ο επί χρόνια οδηγός του Γέροντα και μου λέει. «Ετοιμάσου γρήγορα, ο Γέροντας περιμένει στον δρόμο, να πάμε κάπου».

Πράγματι, σε λίγα λεπτά βρέθηκα στο αυτοκίνητο και αφού χαιρέτησα τον παππού τον ρώτησα με απορία. Σεβασμιώτατε, που θα πάμε με τέτοια ζέστη; « Θα πάμε παραπάνω, δεν ξέρεις παιδί μου ότι η ιεροσύνη είναι παντός καιρού »; Όταν περάσαμε τον Πλάτανο, πάλι τον ξαναρώτησα, Σεβασμιώτατε, που πηγαίνομε, όμως απάντηση δεν πήρα.

Μετά το Χωρίο Σφηνάρι, μόνος του ο Παππούς μου λέει. «Παιδί μου, πάμε να λύσομε ένα αφορισμό». Εγώ νέος ιερέας τότε, τρόμαξα, αλλά είχα και την περιέργεια να μάθω πως λύνεται αυτή η μεγάλη κατάρα.

Σε κάποια στροφή του δρόμου, κοντά στο χωριό Κάμπος περίμενε ο ιερέας της ενορίας π. Νικόλαος Κλωστράκης ο οποίος θα μας οδηγούσε μέχρι εκείνο το σημείο. Διανύοντας μια μεγάλη κατηφοριά φθάσαμε σε μια δασική περιοχή κοντά στη θάλασσα, όπου βρήκαμε συγκεντρωμένους περί τους εκατό ανθρώπους. « Τι έχετε παιδιά μου, τι επάθατε, γιατί είστε λυπημένοι », ρώτησε ο Παππούς. « Σεβασμιώτατε, σ’ αυτό εδώ το σημείο, λόγω ενός αφορισμού που διάβασε κάποιος   ιερέας παλιά για τους ζωοκλέπτες, έχουν σκοτωθεί, πνιγεί και τραυματιστεί επτά άτομα ».  Ο μακαριστός Γέροντας τους μίλησε με πατρικά λόγια  και τους είπε. « Ησυχάστε, από σήμερα θέλω να γαληνέψει η ψυχή σας και να ηρεμίσει και σας υπόσχομαι ότι δεν θα πάθει ξανά κανείς  τίποτα. Εγώ ήλθα παιδιά μου για να λύσω  και να  διαγράψω  αυτήν την αμαρτία και κατάρα, εγώ την παίρνω επάνω μου. Μόνο παιδιά μου, κοιτάξτε  να προσεύχεστε, να ειρηνεύετε και να ζείτε με αγάπη κοντά ο ένας στον άλλο και όλοι μαζί μέσα στην Εκκλησία ».

Τα λόγια και οι νουθεσίες του Γέροντα βρήκαν μεγάλη απήχηση στις ψυχές όλων εκείνων των ανθρώπων.  Μετά τις ειδικές ευχές που διάβασε όλοι γαλήνευσαν, χάρηκαν και του φιλούσαν τα χέρια. Κατά την επιστροφή μας, ο μακαριστός Γέροντας με ρώτησε να του πω τις εντυπώσεις μου. « Σεβασμιώτατε, χάρηκα πολύ που είδα ότι με τα λόγια και τις συμβουλές σας ηρέμισαν οι άνθρωποι » και εκείνος μου είπε. « Παιδί μου, είναι βασικό πράγμα ο παπάς και ο Δεσπότης να κρατούν σε ηρεμία των λαό τους. Αυτό που είδες να σου γίνει ένα καλό μάθημα».

 

ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΣΤΟ ΤΗΓΑΝΙ

Στο ακρωτήρι της Γραμπούσας υπάρχει χερσόνησος που πράγματι μοιάζει στο σχήμα με τηγάνι, γ’ αυτό πήρε και την ονομασία της, τηγάνι.

Πάνω σ’ αυτήν  τη χερσόνησο υπάρχει αρχαίος Ναός, πιθανόν από την ενετοκρατία που είχε καθιερωθεί από την οικοδόμησή  του στον Άγιο Γεώργιο. Κανένας από τους ντόπιους, ειδικά τους μεγαλύτερους, δεν θυμάται  το Ναό να λειτουργεί και να βρίσκεται σε δόξα, αλλά τον θυμούνται σε παρακμή,  ένα γιαπί, χωρίς πόρτες και παράθυρα που τα ζώα της περιοχής έμπαιναν μέσα και οι βοσκοί προστάτευαν τις τροφές των ζώων τους.

Μερικοί ευσεβείς κάτοικοι της  Γραμβούσας, σε συνεργασία με την Ενορία Καλυβιανής που τότε υπηρετούσα, το έτος 1984 αποφάσισαν να καθαρίσουν και να ανακαινίσουν τον Ναό, για να ξαναγίνει τόπος προσευχής και λατρείας.

Με πολύ προσωπική και επίπονη εργασία λόγω του δύσβατου τοπίου, με ζώα από την στεριά και με μικρά καΐκια από τη θάλασσα, μεταφέρθηκαν τα απαραίτητα υλικά και   έγιναν οι απαιτούμενες  εργασίες. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα κατασκευάστηκαν  πόρτες, παράθυρα, τέμπλο, εικόνες και γενικά ο εξοπλισμός και ο Ναός ετοιμάστηκε  για θυρανοίξια ή και εγκαίνια. Όταν το ανακοίνωσα στον μακαριστό Γέροντα ότι ο Ναός είναι έτοιμος, εκείνος χάρηκε και μου είπε « θάναι καλό παιδί μου να κάνομε εγκαίνια, για να μπορούν οι περαστικοί από στεριά και θάλασσα να κάνουν το Σταυρό τους ».

Τότε κλείσαμε την ημέρα  (21 Ιουνίου 1985) και ξεκινήσαμε να το ανακοινώνομε για να γίνει γνωστό και να συμμετάσχει ο κόσμος. Την παραμονή των εγκαινίων συγκεντρώθηκαν περισσότεροι από τριακόσιοι άνθρωποι, απ’ όλη την Κίσαμο ακόμα και από τα Χανιά, που έφθασαν με κάθε μέσον για να παραβρεθούν και να χαρούν το γεγονός.

Το εσπέρας τελέσαμε αγιασμό και τον εσπερινό των εγκαινίων και στην συνέχεια όλοι οι παραβρισκόμενοι δείπνησαν, απολαμβάνοντας ψάρια, βραστό και πιλάφι.

Για την καλύτερη εξυπηρέτηση του μακαριστού Γέροντα, είχε διατεθεί το Λιμενικό Σώμα να τον μεταφέρει το πρωί της ημέρας αυτής από το λιμάνι της Κισάμου.

Οι ιερείς με το εκκλησίασμα, ενώ περιμέναμε τον Δεσπότη, έρχεται το πλοίο του λιμενικού χωρίς αυτόν. «Δεν τον βρήκαμε, δεν ήλθε στο πλοίο να επιβιβαστεί, κάτι του συνέβη », μας είπαν.  Εγώ προσπάθησα να καθησυχάσω τους ανθρώπους που έλεγαν ότι μας γέλασε ο Δεσπότης.

Παιδία, ο Δεσπότης δεν το κάνει, έρχεται και έρχεται με τα πόδια.

Δεν πέρασε πολύ ώρα και φάνηκε απέναντι να κατεβαίνει τον κατήφορο μετά δύο ώρες πεζοπορία μέσα στον καυτό ήλιο του καλοκαιριού, συνοδευόμενος από δύο Γερμανούς φοιτητές. Όταν μια μικρή βάρκα τους μετάφερε απέναντι, εμείς οι ιερείς και πολλοί λαϊκοί,  κατεβήκαμε στην παραλία με την βυζαντινή σημαία για να τον υποδεχτούμε. Μόλις αποβιβάστηκε από το μικρό πλεούμενο μου λέει. «Παπά Μανώλη, δε μούφερες ένα γάιδαρο παρά μούφερες τη σημαία ». Εγώ Σεβασμιώτατε, τον είχα δεμένο στο λιμάνι, του είπα, αλλά εσείς θέλατε φαίνεται να δοκιμάσετε τα πόδια σας αν αντέχουν. Τότε όλοι χειροκρότησαν και φώναξαν, «Δεσπότη μας, είσαι παλικάρι και παλικάρι με πόδια σιδερένια ».

Ο Γέροντας τέλεσε τα εγκαίνια και την θεία Λειτουργία, ο λαός ευχαριστήθηκε, αλλά πιστεύω ότι οι δυο Γερμανοί φοιτητές δε θα  ξεχάσουν ποτέ το τροχάδην και την κούραση, αφού κρατούσαν και την βαλίτσα των ιερών του Δεσπότη στην πλάτη των.

 

ΠΕΣΩΝ ΠΡΙΝΟΣ

 

Στην δεύτερη επαρχία της Μητροπόλεώς μας το Σέλινο, λόγω του υψόμετρου, πέφτουν άφθονες βροχές, ακόμα και χιόνι. Σε ένα χωριό αυτής της επαρχίας, τα Τεμένια, κάποια νύκτα βαρυχειμωνιάς, έγειρε και ξεριζώθηκε ένας τεράστιος  πρίνος, ο οποίος καταπλάκωσε το δίπλα απ’ αυτόν σπίτι, με αποτέλεσμα να του επιφέρει μεγάλες ζημιές.  Ο ιερέας του χωριού αυτού, το πρωί, μαθαίνοντας το γεγονός σκέφθηκε να ενημέρωση τον Δεσπότη. Στο τηλεγράφημα που του έστειλε έγραφε επί  λέξη.

« Σεβασμιώτατε, νυκτός παρελθούσης, μέγας πρίνος παισών εφόνευσεν οικία. Παρακαλώ δια τα καθ’ ημάς ». Παπά Θεοφάνης.

Αυθημερόν, στο τηλεγράφημα του ιερέα, απάντησε ο Μητροπολίτης με τον ίδιο τρόπο και ύφος. « Βαθύτατα ελυπείθην   δια τον αδόκητον φόνον εις ενορίαν σας, και εντέλλομαι υμίν, ίνα δια ώμων ημών στηρίξετε ψυχάς και οικίαν ». Ο Κ & Σ Ειρηναίος.   Ο καλός ιερέας, φιλοσοφώντας την εντολή και τα λόγια του Επισκόπου του, κατάλαβε την ευθύνη του, παραμύθησε την παθούσα  οικογένεια και με εράνους και προσωπική εργασία πολλών χωριανών πρωτοστάτησε στην επιδιόρθωση του σπιτιού και δόθηκε τους ενοίκους του καλύτερο από πρώτα.

 

Εμμανουήλ Μπαργωτάκης

Πρωτοπρεσβύτερος

Αρχιερατικός Επίτροπος

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΝΟ Η ΧΑΡΑ

 

« Γύναι, τι κλαίεις;» (Ιω Κ΄13).

Μεγάλη εβδομάδα! Ημέρες θλίψης και πόνου. Ημέρες κατά τις οποίες κάθε χριστιανική ψυχή δονείται και πάλλεται, αλλά και κάθε συνείδηση υποκλίνεται στο θείο δράμα Του Κυρίου μας.

Εκατομμύρια ανθρώπινα μάτια, άλλο λιγότερο και άλλο περισσότερο, ρέουν δάκρια πόνου, συντριβείς και μετάνοιας, βλέποντας τον αναμάρτητο Λυτρωτή και Ευεργέτη, αιμόφυρτο επί του Σταυρού να παλεύει μόνος και αβοήθητος «υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας»

Αλήθεια, πώς μπορεί κανείς να μην κλάψει μπροστά στο θάνατο, αλλά και πώς θα αποφύγει τα δάκρια και θα συγκρατήσει τον πόνο της ψυχής του, μπροστά στον αποχωρισμό ενός αγαπημένου του προσώπου;

Και όταν δια του θανάτου οδηγείται στον τάφο όχι ένας οιανδήποτε άνθρωπος, αλλά ο γλυκύτατος Ιησούς, ο αναμάρτητος Θεός, ο Κύριος και Διδάσκαλος, ο φιλόστοργος ευεργέτης, πώς είναι δυνατόν να μη κλάψουν τόσες ευεργετημένες απ’ αυτόν ψυχές.

Γ’ αυτό και η Μαρία η Μαγδαληνή, η γυναίκα που πιστά και αφοσιωμένα ακολούθησε τον δάσκαλο και έκλαψε επί του Σταυρού, κλαίει και τώρα μπροστά στο  μνημείο που δέχθηκε την ζωή του κόσμου. Αλλά να, βλέπει μπροστά της δύο αγγέλους λευκοφορεμένους και αστράπτοντες και παρηγορείται. Σκέφτεται τι να τους πει, πώς να τους μιλήσει. Με πιο τρόπο η χοϊκή ανθρώπινη γλώσσα της θα ψελλίσει λόγο προς αυτούς.

Η τολμηρή Μαρία η οποία δεν λογάριασε κινδύνους, εκείνη που υπερπήδησε μεγάλες δυσκολίες, αυτή που παραμέρισε τα πάντα για να φθάσει μέχρι του τάφου, εκείνη που μαζί με της άλλες Μυροφόρες εξόδευσε χρήματα πολλά για να αγοράσει τα πολυτιμότερα μύρα και να αλείψει το καταπληγωμένο Άγιο σώμα του Διδασκάλου, μένει άφωνη όταν εντοπίζει ότι ο τάφος είναι καινός! Ο Κύριός της απών; Ποιος τον πήρε; Που τον έβαλαν; Αγωνία σφίγγει την καρδιά της. Δάκρια άφθονα τρέχουν από τα μάτια της και λυγμοί την συνταράσσουν ολόκληρη.

Όμως ακούει τους επισκέπτες του ουρανού με γλυκιά φωνή να την ρωτούν. « Γύναι, τι κλαίεις, Ανέστη ο Κύριος, ειπέ τοις μαθητές, ότι Ανέστη εκ νεκρών… ». Από εκείνη τη στιγμή τα πράγματα αλλάζουν. Έρχεται στη σκέψη της ο λόγος του Κυρίου. « και τη Τρίτη ημέρα αναστήσομαι ». Φαίνετε επαληθεύτηκε ο λόγος του Διδασκάλου. Ανέστη από των νεκρών. Λόγος για θρήνο δεν υπάρχει πια. Χαρά και αγαλλίαση πλημμύρισε την ψυχή της.

Ξαφνικά ακούει την ίδια φράση, αλλά από άλλο στόμα. « γύναι τι κλαίεις, τίνα ζητείς »;

Δεν το λέγουν άνθρωποι, ούτε και άγγελοι. Το απευθύνει  ο νικητής του θανάτου, ο αρχηγός της ζωής, ο Κύριος και Θεός της. Στα αυτιά της  το ερώτημα αυτό γίνεται γλυκιά μουσική, γίνεται ελπίδα, γίνεται χαρά και θεϊκή παρηγοριά. Τον αναγνωρίζει, σκουπίζει τα δάκρυα, σταματά τους θρήνους, ευφροσύνη την καταλαμβάνει και ανακράζει  πέφτοντας στα πόδια Του. « Ραβουνί, ο λέγεται, διδάσκαλε ».

Από τη στιγμή εκείνη η Μαρία δε γνωρίζει τίποτε άλλο από τη χαρά της Αναστάσεως και μεταφέρει στους μαθητές το μήνυμα της μεγάλης νίκης κατά του θανάτου.

Το ίδιο ακριβός ερώτημα απευθύνει ο Κύριος σε κάθε πονεμένη χριστιανική ψυχή. Γιατί χριστιανέ κλαίεις; Γιατί θρηνείς απαρηγόρητα το θάνατο των προσφιλών σου; Γιατί κατακυριεύεσαι από τους στεναγμούς και το πένθος; Από το θάνατο ανέτειλε η ζωή. Από τον τάφο έλαμψε η ελπίδα. Από την Ανάσταση ξεπήδησε η χαρά. Γιατί λοιπόν κλαίεις; Ανέστη Χριστός και ο θάνατος μηδενίσθηκε. Ανέστη Χριστός και ο Άδης νεκρώθηκε. Ανέστη Χριστός και αφθαρσία για τους ανθρώπους ανέτειλε.

Μόνο εκείνοι «οι μη έχοντες ελπίδα » ( Εφεσ. Β΄12) μπορούν να θρηνούν απαρηγόρητα, γιατί τι μπορούν να ελπίζουν; Η ελπίδα την οποία δίνει ο Χριστός δεν υπάρχει για κείνους. Γιατί δεν τον πιστεύουν, δεν τον θέλουν, δεν τον παραδέχονται ως Σωτήρα και Λυτρωτή τους.

Εσύ όμως χριστιανέ, παιδί και φίλε του Γλυκού Ναζωραίου, έλπιζε και παρηγορήσου. Στρέψε τα μάτια της ψυχής σου προς το λαμπρό και ζωηφόρο φώς της Αναστάσεως και κοίταξε εκεί πέρα τη ζωή, που δεν τελειώνει ποτέ. Είναι η αιώνια ζωή κοντά στον Αναστημένο Χριστό, που κατάργησε τον θάνατο και χάρισε στους οπαδούς Του την Ανάσταση και την Αθανασία. Ακολούθησε πιστά και αφοσιωμένα τον Δάσκαλο, δώρισε Του τα δικά σου μύρα, τα μύρα των δακρίων σου, της αγάπης σου και της ευγνωμοσύνης σου και τότε ως γνήσιος μυροφόρος θα απόλαυσης την χαρά της παραδείσιας ατέλειωτης Αναστάσεώς Του.

 

 

 

ΝΕΟΙ ΜΗ ΣΤΑΜΑΤΑΤΕ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ

Κάποτε, ένας νεαρός υποψήφιος που απέτυχε στις πανελλήνιες εξετάσεις αυτοπυρπολήθηκε, δίνοντας τέτοιο τραγικό τέλος στο προσωπικό του δράμα. Άλλα πάλι παιδιά, ύστερα από την δημοσίευση των αποτελεσμάτων, νιώθουν ένα βαρύ κλονισμό, χάνουν την ψυχραιμία τους και φθάνουν στα πρόθυρα της τρέλας.

Είναι φυσικό να θλίβεται κανείς μπροστά σε μια του αποτυχία. Ιδιαίτερα όταν είναι νέος και ζητά να βρει τον δρόμο που θα τον οδηγήσει στην επιτυχία. Η συμμετοχή στις εξετάσεις για την εισαγωγή στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά μας Ιδρύματα  για τους νέους είναι μια φοβερή δοκιμασία, γιατί ενώ απαιτεί φροντιστήρια και αγωνία, κόπους και θυσίες, διαβάσματα και δαπάνες, καταλήγει να είναι περισσότερο ζήτημα τύχης ή κάποιας καιρικής εύνοιας και λιγότερο ζήτημα αντικρίσματος στις ειδικές γνώσεις πάνω στις οποίες διαγωνίζονται  οι υποψήφιοι.

Πολλές φορές έτυχε να επιτύχουν νέοι που δεν το άξιζαν και να αποτύχουν άλλοι που είχαν επιδώσεις στα μαθήματα. Κάτι το απρόοπτο μεσολάβησε, κάτι συνέβη και οι κόποι μιας χρονιάς ή και περισσότερο πήγαν χαμένοι και μαζί τους συνήθως και τα όνειρα και οι ενθουσιώδεις οραματισμοί.

Βεβαίως αναγνωρίζομε την μέχρι ενός σημείου δικαιολογημένη θλίψη που συνοδεύει την αποτυχία. Όμως οι ακραίες καταστάσεις που αγγίζουν τα όρια της ψυχώσεως είναι μεγάλο λάθος.  Όταν ο άνθρωπος γνωρίζει ότι η ζωή είναι γεμάτη από διακυμάνσεις, ότι η μέρες του δεν είναι πάντα ευχάριστες, ότι τις χαρές διαδέχονται οι θλίψεις και αυτές πάλι οι χαρές, ότι τίποτα δεν είναι μόνιμο σε τούτο τον κόσμο, τότε δεν δικαιούται να εγκαταλείπει τον αγώνα.

Αλλοίμονο αν στην πρώτη ή έστω στην δεύτερη δυσκολία σηκώνομε τα χέρια ψηλά κι αφήνουμε τα όπλα. Τότε ήμαστε καταδικασμένοι σε θάνατο. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από την απελπισία και την απογοήτευση. Αυτές μαραζώνουν την καρδιά, ατονούν τις δυνάμεις, χαρακώνουν τα πρόσωπα, ματώνουν τη σκέψη, σκοτίζουν το νου, θολώνουν τα μάτια και γίνονται οι χειρότεροι σύμβουλοι.  Ο άνθρωπος που στην κάθε δυσκολία γονατίζει δεν είναι άξιος για τη ζωή.

Πολλοί, που στο διάβα της ζωής των, πάλεψαν και το αποτέλεσμα αυτής της πάλης  στέφθηκε με επιτυχία, κατάλαβαν ότι καμία δυσκολία δεν είναι ανυπέρβλητη και κανένα πρόβλημα όσο δύσκολο κι αν είναι δεν είναι άλυτο. Όσοι σήμερα απέτυχαν, μπορούν κάλλιστα αύριο να επιτύχουν, αρκεί να ανασυνταχθούν, να αξιοποιήσουν το χρόνο τους και να ξαναδοκιμάσουν με επιμονή και υπομονή.

Η πίστη προς τον εαυτό μας και προς τις δυνάμεις μας είναι από το Θεό βαλμένη μέσα μας. Όταν αυτή μας εγκαταλείψει, θα παραδοθούμε αβίαστα  στα χέρια της κακής μοίρας και θα δοκιμάζομε για πολύ την πίκρα της αποτυχίας. Ο Θεός μας θέλει αγωνιστές και μάλιστα άκαμπτους και ακατάβλητους. Ο ρόλος αυτός του αγωνιστή ταιριάζει σε εσάς νέοι, προχωράτε λοιπόν μπροστά!

 

« Δ Ι Ψ Ω »

Λέξη συγκινητική, λέξη συγκλονιστική. Κραυγή αγωνίας και πόνου. Φωνή μια από τις επτά που ο Κύριος ξεφώνησε πάνω από το Σταυρό εκείνες τις εναγώνιες στιγμές της υπέρ της του κόσμου θυσίας Του. Ο Ιησούς, ο αναμάρτητος, ο δημιουργός και ποιητής του σύμπαντος, της γης και των υδάτων, εκείνος που ήπιε μέχρι της τελευταίας σταγόνας το ποτήρι του εκουσίου πάθους, τώρα κρεμάμενος επί του Σταυρού όπου η εις ημάς αγάπη Του αλλά και η αχαριστία του λαού Του τον οδήγησαν, αναφωνεί, «διψώ». Πίσω απ’ αυτή τη λέξη αλήθεια τι κρύβεται; Ένας ωκεανός πόνων, παραπόνων και θλίψεων, αλλά και ένας κόσμος ουράνιων πόθων.

Από την ώρα που αναχώρησε από το υπερώο του μυστικού Δείπνου, υπέφερε πολλά. Στην Γεσθημανή προσευχόμενος, «ο ιδρώς της αγωνίας

ωσεί θρόμβοι αίματος » έσταζε από το άγιο μέτωπό Του και κατέβρεχε την γη. Με υποδειγματική καρτερία αντιμετώπιζε τους κολαφισμούς, τους ονειδισμούς και τους γέλωτες που του στέγνωναν τα χείλι, αλλά και το φρικτό φραγγέλωμα που του δημιουργούσε ανοικτές πληγές. Το άγιο σώμα Του αν και αιμόφυρτο και καταπληγωμένο κρατούσε και υπέμενε τον πόνο. Όμως το μαρτύριο έγινε δριμύτερο και οδυνηρότερο όταν κρεμάμενος επί του Σταυρού, το τίμιο αίμα Του έρευσε άφθονο από τα καρφιά των χεριών και των ποδιών Του. Η φλόγωση του μαρτυρίου αλλά και των τραυμάτων τον κατακαίει και ως τελευταία χάρη από τους ανθρώπους που τον περιστοιχίζουν ζητά νερό. « Διψώ ».

Την έντονη σωματική αυτή δίψα του Εσταυρωμένου Λυτρωτή κάποιος παριστάμενος σπλαχνικός στρατιώτης προσπάθησε να θεραπεύσει προσφέροντάς Του «όξος μετά χολής μεμιγμένον» που βρέθηκε σε παρακείμενο αγγείο, το ποίο χρησιμοποιούσαν για τους μελλοθάνατους ως υπνωτικό και κατασταλτικό των πόνων.

Όμως ο Κύριος δεν ήπιε, δεν δρόσισε τα στεγνά και πονεμένα χείλι Του γιατί η μεγάλη δίψα Του ήταν άλλη. Ήταν βαθύτερη και ουσιαστικότερη από τη σωματική. Ήταν δίψα ψυχική, πνευματική. Ήταν δίψα που είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα από το μαρτύριό Του. Ήταν δίψα που του κατάτρωγε την καρδιά από την ημέρα της ενανθρώπισης και της επί γης παρουσίας Του. Διψούσε για να εκπληρώσει το θέλημα του επουράνιου Πατέρα και να αποκαταστήσει δια της σωτηρίας το παρελθόν, το παρών και το μέλλον μιας αμαρτωλής ανθρωπότητας.

Από το ύψος του Σταυρού Του στρέφει το βλέμμα του στο παρελθόν και ατενίζει τις ψυχές εκείνων των ανθρώπων που έζησαν πριν αυτός θυσιασθεί, να βρίσκονται στον άδη. Διψά να τρέξει προς αυτούς, να σπάσει τα αιώνια δεσμά τους, να τους κηρύξει το χαρμόσυνο μήνυμα της σωτηρίας, να τους αποσπάσει από την αιώνια καταδίκη, να τους αναστήσει από τον θάνατο και να τους καλέσει κοντά του, στη βασιλεία Του.

Έχει μπροστά του και το παρόν, και τι βλέπει; Βλέπει το πλήθος του λαού εκείνου, που αγάπησε τρυφερά και ευεργέτησε πολυειδώς και πολυτρόπως, του λαού που έθρεψε και πότισε, να μαίνεται από πάθος, να του προσφέρει με αχαριστία, « αντί του μάνα χολή, αντί του ύδατος όξος» και να τον παραδίδει στο σταυρικό θάνατο. Όμως συνεχίζει να τον αγαπά και να προσεύχεται προς τον ουράνιο Πατέρα γι’ αυτόν. « Πάτερ άφες αυτοίς ου γαρ ίδα σοι, τι ποιούσοι ».

Οραματίζεται ακόμα το μέλλον και βλέπει αμαρτωλούς δακρύβρεκτους να προσφεύγουν στο σταυρό Του, να υποκλίνονται στο πάθος Του, να εγκολπώνονται τον λόγο Του και να ακολουθούν αφοσιωμένοι το παράδειγμά Του. Αλλά και άλλους να απομακρύνονται πεισματικά απ’ αυτόν, να του δείχνουν πλήρη αδιαφορία και περιφρόνηση, να χλευάζουν το Άγιο Του πρόσωπο και την Εκκλησία Του, να γράφουν και να εκτοξεύουν λόγους ύβρεων κατά του Σταυρού και το πάθους Του.

Διψά και η επιθυμία της θεϊκής αυτής δίψας τον κατατρώει. Διψά να δει την αλήθεια του Ευαγγελίου Του που αποτελεί τον πολυτιμότερο θησαυρό επί της γης να γίνεται κτήμα όλων των ανθρώπων, όλων των λαών, να διδάσκονται και να καταυγάζονται απ’ αυτή και όχι από της νόθες και μολυσμένες ιδέες και πλάνες των αθέων και των αιρετικών. Διψά, να δει τα μέλη της μίας Αγίας Ορθόδοξης Εκκλησίας Του να γίνονται ευσεβέστεροι, τολμηρότεροι, προθυμότεροι και να προάγονται καθημερινά στην πίστη και την προκοπή. Διψά, να εκλείψουν τα σκάνδαλα, τα σχίσματα, οι αιρέσεις και να πρυτανεύσει η αγάπη και η ειρήνη του Θεού επί της γης.

« Διψώ». Την πονεμένη αυτή λέξη, καθημερινά την επαναλαμβάνει προς όλους και μάλιστα προς εμάς τους Ορθόδοξους Χριστιανούς Του. Παιδιά μου, μείνετε σφικτά και σταθερά ενωμένοι μ’ εμένα επί της γης « όσοι έν», παραμείνετε στην σωστική και αγιαστική κιβωτό της Ορθόδοξης Εκκλησίας μου, κρατήσετε ανεξίτηλες τις ιερές παραδώσεις της πίστεως και του έθνους και διατηρήσετε ανοικτές και καθαρές τις διό πτέρυγες της αγάπης και της εμπιστοσύνης προς εμένα για να πετάξετε ψηλά στους υπερκόσμιους αιθέρες της δόξας και του μεγαλείου μου.

Παιδιά μου από το κανάτι της ψυχής σας δώστε μου να πιο. Ικανοποιήσατε την δίψα, την πίνα και τη στέρηση των ελάχιστων αδελφών μου και αδελφών σας και όταν θα έλθω θα σας ανταμείψω πλούσια. Θα σας καλέσω με τους ευλογημένους του Πατέρα μου, τους δίκαιους και εκλεκτούς μου, για να κληρονομήσετε την ετοιμασμένη ουράνια βασιλεία μου.

Ω χριστιανέ και φίλε αναγνώστη! Πιστεύω ότι δεν πρέπει να παρατρέξομε , να αγνοήσομε και να περιφρονήσομε το αίτημα αυτό και την δίψα του Κυρίου μας. Ας ανταποκριθούμε σ’ αυτό και να είμαστε σίγουροι ότι θα κερδίσουμε πλούσια την χαρά και τη χάρη Του στη ζωή μας, αλλά και την ουράνια παραδείσια πολιτεία Του.

ΕΝΑΣ ΛΗΣΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ

« Μνήστητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου»(Λουκ.23,42)

 

Είκοσι αιώνες έχουν κυλήσει από τότε που για πρώτη φορά ακούστηκαν οι λέξεις « Μνήστητί μου Κύριε, όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου ». Ποιός ο θεολόγος, ο οποίος θεολόγησε την δύναμη και εξουσία του καταδικασθέντος και επί Σταυρού κρεμασθέντος Ιησού; Πράγμα περίεργο! Ένας ληστής, ένας κακούργος, ένας άνθρωπος που ποτέ δεν τον είχε ανταμώσει, ούτε γνώριζε την ζωή και την διδασκαλία Του.

Και όμως, δεν χρειάστηκαν χρόνια, μήνες και ημέρες πολλές για να γνωρίσει εκείνος ο ληστής τον Διδάσκαλο και να καταλάβει ποιος ήταν.

Λίγες ώρες ήταν αρκετές για να γνωρίσει και να αναγνωρίσει τον Κύριο, ως Θεό και σωτήρα του.

« Εν μια ροπή θεολόγος εγένετο», θεολόγος χωρίς έδρα διδασκαλίας, χωρίς θεολογικά και επιστημονικά συγγράματα, χωρίς εκφωνήσεις λόγων οι οποίοι προκαλούν τον θαυμασμό των ακροατών τους.  Όμως σπουδαίος θεολόγος, πολύ ανώτερος από όλους, αφού στη στιγμή εννόησε την αμαρτωλότητά του, δια της μετανοίας του διεκδίκησε τον παράδεισο και πρώτος πάντων αξιώθηκε να τον αποκτήσει.

«Τον ληστή αυθημερόν, του παραδείσου ηξίωσας Κύριε».

Αλλά ας μεταβούμε αδελφοί, νοερώς εις τον Γολγοθά για να ακούσομε την  γλώσσα του θεολόγου εκείνου ληστού, να ξεστομίζει λέξεις λίγες και απλές, αλλά ικανές να ξεκλειδώσουν τον παράδεισο, και διαχρονικά να δώσουν την ευκαιρία σε κάθε ψυχή να γίνει μέτοχος και φορέας  της βασιλείας των ουρανών.

Ο Ληστής ανθρωπολογεί, αφού σε αντίθεση με τον δεύτερο κακούργο και συσταυρούμενό του, ο οποίος διατηρεί την σκληρότητα στην καρδιά του μέχρι τον θάνατο, εκείνος βλέπει τον εαυτό του αμαρτωλό, συλλαμβάνει την ακριβή  έννοια της αμαρτίας, διαμαρτύρεται κατά του αδίκως υβρίζοντος και βλασφημούντος τον Ιησού και λέγει.

« ημείς μεν δικαίως άξια γαρ ων επράξαμεν απολαμβάνομεν» ( Λουκ. 23, 40)

Ο Ληστής Χριστολογεί, αφού όχι μόνο εις γνώσει και συναίσθηση της αμαρτωλότητός του ήλθε, αλλά ελλαμπόμενος από το φώς του Παναγίου Πνεύματος κηρύσσει την εις Χριστόν πίστη του, διακηρύσσει με δυνατή τη φωνή την Θεότητα και αναμαρτησία του Κυρίου και λέγει. « ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξε». ( Λουκ. 23, 41)

Ο πρωτότυπος εκείνος Θεολόγος  ως άλλος προφήτης Ησαίας διαλαλεί την καθαρότητα του λυτρωτή « ως αμαρτίαν ουκ εποίησεν ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού » ( 53,9) δίνοντας έτσι  απάντηση στους άπιστους εκείνους που επί αιώνες βασανιζόμενοι συμπιέζουν και συνθλίβουν τα ιερά ευαγγέλια, αλλά και κάθε ιστορικό κείμενο που ομιλεί για τον Ιησού, για να ανακαλύψουν έστω και μία πράξη Του ηθικά επιλήψιμη και να του προσάψουν κατηγορία.

Όμως προχωρεί ακόμα βαθύτερα εις την γνώσει του μυστηρίου το οποίο εκρύπτετο εις τον εσταυρωμένον Ιησούν. Τον αναγνωρίζει ως Βασιλέα και Κύριον πάσης κτίσεως και παρακλητικά του ζητά να τον ενθυμηθεί στην βασιλεία Του. « Μνήσθητί μου Κύριε εν τη βασιλεία Σου»!

Η πίστη του είναι πραγματικά αξιοθαύμαστος, αν λάβομε υπόψη ότι ο ευγνώμον εκείνος ληστής δεν ευτύχησε να ζήση και να μαθητεύσει κοντά στον Ιησού, να αναπνεύσει την ατμόσφαιρα της αγίας ζωής Του και να διδαχθεί από τον λόγο και το παράδειγμά Του.

Εκείνη τη στιγμή ο κατάδικος θεολόγος αίρεται υπεράνω των γηίνων, νοερά φέρεται προς τον κόσμο του ουρανού, προσεγγίζει, φθάνει στα κράσπεδα  του Παραδείσου, κτυπά δυνατά την πόρτα και φωνάζει φωνή που συγκλονίζει τους αιώνες, « Μνήσθητί μου Κύριε »!

Εις την κραυγή εκείνη του θεολόγου  ληστού, ο Κύριος απαντά. «Αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω » (Λουκ. 23, 43) Αλήθεια σου λέγω, όχι αύριο, όχι μετά από καιρό αλλά σήμερα είσαι μαζί μου στον παράδεισο.

Με την υπόσχεσή Του και το κύρος της θεανδρικής του προσωπικότητας, έρχεται να βεβαιώσει ο Κύριος ότι αυτό που ο ληστής ποθεί, είναι πραγματικότης, πραγματικότης εφικτή και πραγματοποιήσιμη για κάθε ανθρώπινη ψυχή που τον αναγνωρίζει και επαναλαμβάνει το, «Μνήσθητί μου Κύριε », στη ζωή της.

Είναι υπόσχεση την οποία ενθυμήθηκαν  εκατομμύρια ψυχές συγκινούμενες από το δράμα του Σταυρού, και επανέλαβαν την δέηση και ομολογία του ευγνώνονος εκείνου ληστού.

Είναι υπόσχεση που την κρατά η εκκλησία μας και καθημερινά  χιλιάδες ιερατικά χείλη δέονται με την ευχή και παράκληση «Πάντων ημών μνησθείη Κύριος ο Θεός εν τη βασιλεία αυτού»!

Είναι υπόσχεση την οποία εκμεταλλευόμενοι οι άνθρωποι, καθημερινά κλίνουν γόνυ μετανοίας και επιστροφής και άλλοι σφραγίζουν τα χείλη των εις την επιθανάτιο κλίνη τους με το «Μνήστητί μου Κύριε»!

Δια τούτο Κύριε δεν επιθυμούμε την χάρη την οποία έτυχε ο μέγας Παύλος ο Απόστολός Σου, ούτε την ευμένεια που έτυχε ο Πέτρος, αλλά την συγγνώμη την οποία επί του σταυρού σου έτυχε ο ληστής, και που πρώτος πάντων καταξιώθηκε να γίνει  οικήτορας  του παραδείσου.

 

ΜΗ ΠΟΛΕΜΑΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

« Σκληρών σοι προς κέντρα λακτίζειν »

Ήταν 400 μ.χ. όταν την πόλη του Κωνσταντίνου κυβερνούσε το αυτοκρατορικό ζεύγος ο Αρκάδιος και η Ευδοξία.

Κάποια μέρα η κακίστη και μοχθηρή, αλλά ευφυέστατη Ευδοξία, κάλεσε σε σύσκεψη όλους τους αξιωματούχους της Βασιλικής αυλής. Τι να κάνει; Καλό στο λαό;  Όχι!

Θέμα τους ήταν η σκληρή  τιμωρία του Ιερού Χρυσοστόμου, του οποίου η γλώσσα ως άλλος Προφήτης και Πρόδρομος, έλεγχε τις κακίες και παρανομίες της.

Από όλους ακούστηκαν διάφορες προτάσεις. Να τον εξορίσομε, να τον φυλακίσομε, να δημεύσομε την περιουσία του, να τον καθαιρέσομε, να τον φονεύσομε.

Κάποιος  απ’ αυτούς είπε. Σταματήστε, τίποτα δεν είπαμε! Ο Ιωάννης δεν φοβάται τίποτε απ’ όλα αυτά. Μήτε φυλακές, μήτε εξορίες, μήτε δεσμά, μήτε θάνατο. Ας με εξορίσουν τον άκουσα να λέει ο ίδιος, «θα το δεχθώ με χαρά, του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής. Ας με φυλακίσουν, αυτό θα περιποιήσει σε μένα τιμή. Ας δημεύσουν την περιουσία μου, μα δεν έχω τίποτα παρά μόνο το ράσο μου και τα βιβλία μου, τίποτα δεν έφερα στον κόσμο τούτο, τίποτα δεν απόκτησα, αλλά και τίποτα δεν παίρνω εξερχόμενος απ’ αυτή τη ζωή. Δεν με τρομάζει η φτώχεια, δεν αγαπώ τον πλούτο. Δεν με πτοούν αι απειλές, δεν με αποθαρρύνουν οι ύβρις, δεν με λυγίζουν οι βασανισμοί, το κάστρο της Εκκλησίας αντέχει.

Αν σοφισθούν και πάρουν πριόνι και πριονίσουν το σώμα μου, παρέα μου θα έχω Ησαΐα τον Προφήτη που τον πριόνισαν οι άνομοι τούτου του κόσμου. Αν με ρίψουν στην θάλασσα, παρέα μου θα έχω Ιωνά τον Προφήτη. Αν με ρίψουν στη φωτιά θα χω συντροφιά μου τα τρία παιδιά της καμίνου, εκείνα θα με παρηγορούν και θα καταψύχουν την γλώσσα μου. Αν αποφασίσουν να με λιθοβολήσουν θα βρεθώ κοντά στον πρωτομάρτυρα Στέφανο, τον οποίο λιθοβόλησαν οι Εβραίοι . Αν τέλος πάρουν τσεκούρι και κόψουν το κεφάλι μου, ας είναι η ώρα εκείνη ευλογημένη, θα βρεθώ συντροφιά με τον Ιωάννη τον Πρόδρομο τον οποίο αποκεφάλισε η ασελγέστατη Ηρωδιάδα. Λοιπόν, δεν με τρομάζουν τα φόβητρα του κόσμου και δεν με δελεάζουν τα θέλγητρά του, αδίκως πολεμούν την Εκκλησία του Χριστού.

Το συνέδριο της φαύλης και διεστραμμένης εκείνης αυλής αποφάσισε να εξορισθεί ο Ιωάννης στα βάθη της Μ. Ασίας. Λίγο πριν την εξορία Του ο μεγάλος αυτός Πατέρας, έγραψε επιστολή  η οποία παραμένει στους αιώνες ως αιώνιο σύμβολο θάρρους, πίστεως,  υπομονής και  αντίστασης.

«Είναι πολλά τα κύματα και φοβερή η τρικυμία, γράφει στην επιστολή Του, αλλά δεν φοβάμαι πως θα καταποντισθώ διότι στέκομαι σε ισχυρό βράχο την Εκκλησία. Ας μαίνεται η θάλασσα, δεν θα καταποντίσει το σκάφος Της. Ας την πολεμούν, δεν μπορούν να την βλάψουν. Την κάνουν πιο ένδοξη, ενώ αυτοί καταστρέφονται.

Κλωτσούν τα μυτερά καρφιά, τα καρφιά δεν χαλούν μόνο τα πόδια τους  ματώνουν. Τίποτα πιο ισχυρό από την Εκκλησία, τίποτα πιο ένδοξο απ’ εκείνη αφού είναι ο Χριστός. Αν πολεμάς άνθρωπο η θα νικηθείς  ή θα νικήσεις, αν πολεμάς την Εκκλησία  αδύνατον. Θα νικηθείς! Διότι έχει κεφαλή Της το Χριστό, εκείνον που επιβλέπει την γη και την κάνει να τρέμει και μόνο με το νεύμα Του την στερεώνει ξανά και την συντηρεί.

Μήπως αισθάνεσαι  πιο ισχυρός απ’ Εκείνον; Η Εκκλησία ισχυρότερη πάντων εστί, και της γης και του ουρανού και των ορατών και των αοράτων. Και τον όπλων ισχυρότερη και των απειλών και των λυπηρών και των βασάνων. Αν δεν πιστεύεις, τα λόγια, πίστεψε στα πράγματα.

Πόσοι τύραννοι θέλησαν να την διαλύσουν; Πόσα τηγάνια χρησιμοποιήθηκαν; Πόσα καμίνια και δόντια θηρίων και ξίφη ακονισμένα; Και δεν την νίκησαν. Που οι πολέμιοι; Ξεχάστηκαν και παραδόθηκαν στην λησμοσύνη. Η Εκκλησία όμως λάμπει πιο πολύ και από τον ήλιο. Εκείνοι χάθηκαν, η Εκκλησία μένει αθάνατη.

Και αν επιστρατεύσουν όλες τις δυνάμεις του σκότους, μην περιμένουν ότι θα την γκρεμίσουν. Δεν αποτελείται από πέτρες, αποτελείται από πλήθος πιστών. Πόσοι στύλοι στερεώνουν την Εκκλησία, δεμένοι όχι με σίδερο, αλλά με την πίστη. Τόσοι πολλοί και πιο δυνατοί και από την φωτιά. Αλλά και ένας μόνο να υπήρχε, τίποτε δεν θα κατόρθωναν.

Γνωρίζουν πόσες πληγές άνοιξαν στους μάρτυρες; Παιδιά, άνδρες αλλά και τρυφερές παρθένες που ήταν πιο μαλακοί και από κερί, έμειναν στερεότεροι και από πέτρα. Έσχιζαν τα πλευρά τους, αλλά η πίστη τους παρέμενε. Ατόνιζε το σώμα τους, γιγάντωνε η πίστη. Έλιωνε η σάρκα, δυνάμωνε το φρόνημα. Φθειρόταν η ύλη, έμενε η ευλάβεια.»

Και αν τότε με τα ισχυρά μέσα του τρόμου και του φόβου δεν κατάφεραν να κρημνίσουν  το απόρθητο κάστρο που λέγεται  Εκκλησία θα το καταφέρουν σήμερα, με τα ψευτοσυνθήματα, τις ύβρις, τις συκοφαντίες και τους χλευασμούς;  Αν δεν κατάφεραν να λυγίσουν την πίστη και το φρόνιμα των Ορθοδόξων Ελλήνων δια μέσου των αιώνων, ελπίζουν ότι θα το κάνουν σήμερα; Όχι! Η Ορθόδοξη Αγία Εκκλησία μας καλά κρατεί. Δεν φοβάται. Δεν πτοείτε. Δεν απειλείτε. Στέκεται και υπάρχει διαχρονικά για να αγαπά, να ευλογεί, να σκέπει και να αγιάζει    τα εκατομμύρια του λαού της ακόμα και των πολεμίων της, αφού Εκκλησία ίσων Χριστός, και Χριστός ίσων ΑΓΑΠΗ!

ΕΝΔΟΞΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ ΘΑ ΖΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙΣ 

ΕΠΙΚΑΙΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΗΣ 25ης ΜΑΡΤΙΟΥ

« Αρπάει την πέτρα και το χώμα και τω υψώνει Παρθενώνες!

Περνάει και στήνει Θερμοπύλες, Σαλαμίνες, Μαραθώνες ».

Ο Θεός, ο δημιουργός του σύμπαντος, ο Θεός της γλυκιάς Πατρίδας μας της Ελλάδας και του πιστού λαού της, φύτεψε βαθιά στην καρδιά των Ελλήνων την πίστη και την φιλοπατρία. Δώρα ουράνια, άγια,  βιώματα,  Θεόδοτα και διαχρονικά. Αυτά που δημιουργούν σ’ εμάς συναισθήματα  ευθύνης, καθήκοντος και ηρωισμού. Είναι οι πηγές μεγάλων εμπνεύσεων και ευγενών  στόχων για την πορεία και την προκοπή της χώρας μας. Της γενέθλιας γης που μας γέννησε και μας φιλοξενεί στα τιμημένα και αιματοβαμμένα  χώματά της, εκείνης που μας χαμογέλασε και της χαμογελάσαμε, εκείνης που μας δέχθηκε και τη δεχθήκαμε, εκείνης που ζύμωσε και ανάπλασε στη ζωή του λαού της όλα τα μεγάλα και σπουδαία ιδανικά πάνω στα οποία αιώνες και χιλιετηρίδες πορεύτηκαν οι πρόγονοί μας, μεγαλούργησαν  μ’ αυτά και τα παρέδωσαν σ’ εμάς τους νεοέλληνες με την ελπίδα ότι θα τα συνεχίσουμε.

Ελλάδα! Πατρίδα! Χώρα και λίκνο ενός μεγάλου, πρωτόγνωρου και ανεπανάληπτου πολιτισμού. Χώρα του θριάμβου του ανθρώπινου πνεύματος που έκτισε Παρθενώνες, Θησεία και Ερέχθεια και μεταλαμπάδευσε το φώς  στους τρωγλοδύτες λαούς της γης.

Εδώ ο Όμηρος, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Πυθαγόρας, ο Σοφοκλής, ο Αισχύλος, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Περικλής.

Εδώ η χώρα του φωτός, της σοφίας, της δημοκρατίας, της ελευθερίας, του πολιτισμού, της επιστήμης, της τέχνης. Η χώρα του ρυθμού και της αρμονίας που γέννησε και έδωσε ότι ποιο  αληθινό, ότι ποιο γνήσιο και ωραίο υπάρχει πάνω σ’ αυτή τη γη.

Εδώ η γεννήτρα γη των Ηρώων και των πολεμάρχων του εικοσιένα (1821), του δώδεκα (1912) και του σαράντα (1940), των οποίων τα γενναία στήθια έγιναν και παραμένουν των κάθε λογής και εποχής εχθρών απρόσβλητοι κυματοθραύστες.

Εδώ η σημαία, το ιερό και τιμημένο πανί, το γαλανό και άσπρο, με τον Τίμιο Σταυρό στη μέση, που την ύφαναν στον αργαλειό οι χριστιανές γυναίκες και την ευλόγησαν παπάδες με άσπρα γένια.

Εδώ, η θρησκεία του Ναζωραίου Λυτρωτή, με την ατέλειωτη στρατιά των αγίων της πίστης. Εδώ προσευχές και γλυκές ψαλμωδίες, θυμιατό και λιβάνι, εδώ βάγια και δάφνες.

Εδώ η Ελληνική γλώσσα την οποία δανείστηκε ο Θεός για να χαρίσει στον κόσμο το θείο και ιερό Του Ευαγγέλιο. Εδώ το κήρυγμα του θείου Παύλου και των άλλων Αγίων Αποστόλων, εδώ οι άμβωνες και τα θυσιαστήρια τα οποία έθεσαν γερά τα θεμέλια στη χώρα, για να φθάσει αργότερα η ολόλαμπρη ανάπτυξη και δόξα στην χιλιόχρονη εποχή του Βυζαντίου και των άλλων αλησμόνητων Πατρίδων.

Εδώ Έλληνες Χριστιανοί, που η ψυχή των αναβλύζει δυνάμεις ακατάλυτες και αιώνιες, οι οποίες λαμπρύνουν τη χώρα και ζωογονούν την πολύπαθη γη της.

Αλήθεια, είναι πολλές εκείνες οι δυνάμεις που κράτησαν και συνεχίζουν με πείσμα να κρατούν όρθια την ένδοξη χώρα μας πάνω στα ιερά της βράχια. Δυνάμεις! Όχι βέβαια η προστασία των συμμάχων και η εγγύηση των ισχυρών. Όχι τα πακέτα και τα μνημόνια της καταστροφής των δανειστών και δυναστών της. Όχι τα κούφια παχυλά λόγια και τα κάλπικα έργα των δήθεν προστατών και  υπερασπιστών της που καταληστεύουν και καταδυναστεύουν  το λαό και τον οδηγούν σε ηθική και οικονομική εξαθλίωση.  Όχι βέβαια αυτά! Μάλλον τίποτα απ’ όλα αυτά.

Οι δυνάμεις που συντέλεσαν και συντελούν στο να μένει η  Πατρίδα μας Ελεύθερη και δοξασμένη είναι το ένδοξο ηρωικό  ιστορικό παρελθόν της, αλλά και η διαχρονική πίστη, ανδρεία και  γενναιότητα των τέκνων  της.

Όμως η μεγαλύτερη και ακατανίκητη δύναμη που διαρκώς στερεώνει  ευλογεί και μεγαλύνει το μικρό μας έθνος είναι η δύναμη του Θεού, η δύναμη του εσταυρωμένου Λυτρωτή και Σωτήρα, με την συνδρομή και πρεσβεία της υπερμάχου στρατηγού του γένους, της Παναγίας μας. Η δύναμη του θάρρους, της ελπίδας και της σιγουριάς που καθημερινά σκορπά ο Θεός απ’ άκρου εις άκρον στο Έθνος μας και τον δοκιμαζόμενο λαό του.

Ίσως ο Θεός αδέλφια μου, επέτρεψε και επιτρέπει  θύελλες και  καταιγίδες, θλίψεις και  δοκιμασίες, οι οποίες μας κυκλώνουν και μας ταλαιπωρούν, αλλά αυτό γίνεται  για να λάμψει περισσότερο η πίστη και να γιγαντωθεί η εμπιστοσύνη μας προς το Άγιο πρόσωπό Του.

Όμως Πατρίδα, δεν θα υποκύψεις, δεν θα καταστραφείς!  Το ιερό σου σκάφος θα παραμείνει σώο όσο κι αν κλυδωνίζεται από τους εντός και εκτός βάρβαρους – πολιτισμένους ύπουλους εχθρούς σου. Σώο γιατί έχει  εμπειρότατο κυβερνήτη τον Χριστό και την εκκλησία Του, που πάντα βρίσκεται μαζί σου. Εκείνος καθημερινά εκτείνει τον ισχυρό Του βραχίονα και θαυματουργικά εξάγει εις αναψυχή, υπενθυμίζοντας προς όλους εμάς το « θαρσείτε, εγώ είμι, μη φοβείσθε » και  μας σώζει.

Θα ζεις Πατρίδα για να κρατάς πάντα νεαρό το αιωνόβιο και τιμημένο πρόσωπό σου, ζυμωμένο από τον αέρα, την θάλασσα και τον πηλό της ευλογημένης γης σου. Θα ζεις για να κρατάς ανόθευτα και ακέραια τα ιερά και τα όσια του λαού σου, την τιμή, την αρχοντιά, το μεγαλείο και τη δόξα. Θα ζεις γιατί έχεις λαό πιστό και αφοσιωμένο σε εσένα και τον όρκο των ιερολοχιτών και των φιλικών και έτοιμο να σε υπερασπίσει με το όποιο τίμημα και να ξαναφωνάξει το « Μολών λαβέ » και το Όχι ».

Ο λαός συσπειρώνεται γύρω σου με την ευχή σου μάνα Πατρίδα, για να επαναλάβει του Μακρυγιάννη τα λόγια. « Όταν μου πειράζουν την πατρίδα και τη θρησκεία μου θα μιλήσω, θα ενεργήσω, θα εκδικηθώ κι ότι θέλουν ας μου κάνουν… Γιατί αγαπώ την Πατρίδα μου. Την  αγαπώ όσο τίποτα άλλο ».

Ελλάδα σ’ αγαπούμε. Ελλάδα θα δε υπερασπισθούμε. Ελλάδα θα ζήσεις για να ζήσουμε μαζί σου. Ελλάδα σ’ εσένα ανήκει η δόξα, σ’ εσένα η τιμή. Ελλάδα δικό σου το μεγαλείο, δικά σου τα παράσημα!

ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ

 

« Ενδύσασθε την πανοπλίαν του Θεού προς το δύνασθαι υμάς στήναι προς τας μεθοδείας  του διαβόλου» (Εφ 6,11)

 

Η εκκλησίας μας ως φιλόστοργος μητέρα κάθε λεπτό και ώρα, αλλά ειδικά αυτή την περίοδο της αγίας τεσσαρακοστής προσπαθεί να ετοιμάσει τους στρατιώτες της, δηλαδή τα παιδιά της για μάχες και αγώνες εναντίον εχθρών ύπουλων και επικίνδυνων οι οποίοι τα πλησιάζουν.

Εχθρών που δεν διακρίνονται εύκολα με γυμνό οφθαλμό αλλά χρειάζονται πνευματικό, ειδικό μικροσκόπιο. Εχθρών που δεν έχουν αίμα και σάρκα τους οποίους εύκολα καταβάλλει η ανδρεία του Έλληνα  χριστιανού στρατιώτη, αλλ’ είναι αόρατοι και ως μικρόβια πλησιάζουν και  εισχωρούν και εις τον πλέον εύρωστο άνθρωπο, με αποτέλεσμα να του θολώνουν το μυαλό, να μολύνουν την καρδιά του, να παραλύουν τα νεύρα του, να σαπίζουν τα κόκκαλά του, να του διαλύουν τους πνεύμονες για να μην αναπνέει πνευματικό οξυγόνο, να τον καταντούν  ένα ράκος και ένα κουρέλι και τέλος να τον οδηγούν εις τους πνευματικά  νεκρούς.

Κανένας πόλεμος, κανένα όπλο, κανείς εχθρός όσο αιμοβόρος και αιμοσταγής και να είναι δεν έχει να επιδείξει τόσα θύματα και να επιφέρει την πανωλεθρία την οποία κατορθώνουν εκείνοι οι αόρατοι  εχθροί.

Και ποιοί είναι εκείνοι οι εχθροί οι τόσο επικίνδυνοι στη ζωή μας; Πώς θα τους διακρίνομε;  Ευλογητός ο Θεός αδελφοί, που μας δώρισε πνευματικό μικροσκόπιο και ιερό χημείο που λέγεται Ευαγγέλιο, Αγία Γραφή, με τα οποία μπορούμε να αναλύομε και να εντοπίζομε τους εχθρούς αυτούς, πριν ακόμα διεισδύσουν σ’ εμάς, πριν δράσουν και επιφέρουν το δυσάρεστο αποτέλεσμα.

Φιλαρχία, φιλαργυρία, πλεονεξία, ασέλγεια, μίσος, φθόνος, οργή είναι μερικά από τα αόρατα εκείνα μικρόβια, τα οποία καλλιεργεί με τέχνη και επιστήμη ο εφευρέτης των, ο Εωσφόρος, ο σατανάς και τα διασκορπίζει παντού, στις κοινωνίες και τα άτομα και μολύνει όλη την ατμόσφαιρα του πλανήτη μας. Αυτά είναι οι τρομεροί ληστές που δεν μπορεί να φονεύσει κανένας επιστήμων και να εξοντώσει καμιά οργανωμένη αστυνομική δύναμη του κόσμου. Αυτά είναι εκείνα που γεννούν τις αδικίες, τις διχόνοιες, τις συρράξεις, τις διαμάχες, τις μάχες, τους αιματηρούς πολέμους και την πνευματική εξαθλίωση ατόμων και λαών.

Όλα αυτά τα μικρόβια ως ύπουλοι εχθροί τρέφονται και καλλιεργούνται εκτός και εντός του ανθρώπου. Εκτός απ’ αυτόν, στην κοινωνία, στη φύση, στη κτίση, αλλά και εντός του, στην καρδιά του, στην ψυχή του, στη συνείδησή του.

Ο άνθρωπος καθημερινά, όσο και να στολίζεται, όσο και να λούεται  και να αρωματίζεται με τα λογής πολυτελή αρώματα, εξαιτίας αυτών των μικροβίων  η ψυχή του και η ζωή του εκπέμπει δυσωδία, η οποία προκαλεί την δυσαρέσκεια των αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων και αυτής της Αγίας Τριάδος. Η ακάθαρτος εκείνη ψυχή, η υποδουλωμένη στην κακία των πονηρών εχθρών και παθών της, για να ελευθερωθεί, για να αναπνεύσει το θείο οξυγόνο και να εκπέμψει θείο άρωμα, χρειάζεται διαρκή αγώνα και ακατάπαυστο πόλεμο, κατά του Εωσφόρου, ο οποίος προσπαθεί να την κρατήσει στο βούρκο, να αφαίρεση την ελευθερία της, να την απελπίσει, να την αποξενώσει από την του παραδείσου απόλαυση και να την ρίψη σε μία κόλαση, που ούτε ο Δάντης μπόρεσε να περιγράψει.

Χρειάζεται ο μαχητής χριστιανός, σαν στρατιώτης γενναίος, να αναλάβει τα όπλα, τα όπλα που αστράπτουν από θεία δόξα, τα όπλα τα δοκιμασμένα που δόξασαν μυριάδες αγίων και μαρτύρων, τα όπλα που ο άριστος πνευματικός στρατηγός, ο Θείος Παύλος αναφέρει στην προς Εφεσίους Επιστολή Του.

« ενδύσασθε την πανοπλίαν του Θεού προς το δύνασθαι υμάς στήναι προς τας μεθοδείας του διαβόλου ότι ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις. Δια τούτο αναλάβετε την πανοπλίαν του Θεού, ίνα δυνηθήτε αντιστήναι εν τη ημέρα τη πονηρά και άπαντα κατεργασάμενοι στήναι. στήτε  ούν περιζωσάμενοι την οσφύν υμών εν αληθεία, και ενδυσάνενοι τον θώρακα της δικαιοσύνης, και υποδησάμενοι τους πόδας εν ετοιμασία του ευαγγελίου της ειρήνης, επί πάσιν αναλαβόντες τον θυρεόν της πίστεως, εν ώ δυνήσεσθε πάντα τα βέλη του πονηρού τα πεπυρωμένα σβέσαι και την περικεφαλαίαν του σωτηρίου δέξασθε, και την μάχαιραν του Πνεύματος, ο εστί ρήμα Θεού…»( κεφ.6, στίχ.11- 18)

Αδελφοί μου, αυτά είναι τα θεία όπλα, ας τα αναλάβουμε, ας θωρακίσουμε  μ’ αυτά το σώμα και την ψυχή μας, για να μπορέσουμε να συντρίψουμε τα βέλη τα ακονισμένα του πονηρού, «τα καθ ημών δολίως κινούμενα ». Μ’ αυτά να κηρύξομε τον πόλεμο εναντίον του Εωσφόρου ο οποίος λυσσαλέα μας πολεμά, αλλά και εναντίων των πολλών παθών της ψυχής μας. Μ’ αυτά να δώσουμε νικηφόρες μάχες εναντίον εκείνων των αοράτων εχθρών της ζωής μας και ευρισκόμενοι εν επιφυλακή, να αποκρούομε τους αιφνιδιασμούς των, εκκενούμενοι επάνω των όλο το πύρ του Χριστού.

Αδελφοί, Μεγάλη Τεσσαρακοστή!  Καιρός ευπρόσδεκτος, καιρός σωτηρίας. Ας κατευνάσουμε δια της ανδρείας τον θυμό, δια της σωφροσύνης την επιθυμία, δια της φρονήσεως τα πάθη, δια της ταπεινώσεως την αμαρτία. Και τότε πεποικιλμένοι «τω κάλει των αρετών » και δυναμούμενοι από τα Μυστήρια της Εκκλησίας μας, θα απολαύσομε το δένδρο της ζωής, τον γλυκύτατο Ιησού, τον Σωτήρα μας.