Ιστορίες Αββάδων Απο το Γεροντικό

Ο ΑΒΒΑΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΗΣ ΒΙΡΙΤΣΑ

 

Κάποια μέρα επισπεύτηκε στο ασκητήριο του τον Άγιο Σεραφείμ μια κυρία, για να τον δει και να τον συμβουλευτεί σε προσωπικά θέματα. Πριν εκείνη φύγει, ο όσιος της είπε.« Άκουσε παιδί μου. Θα βρεις τη λεωφόρο Κομμουνάλνι, θα περάσεις τη γέφυρα και εκεί θα συναντήσεις έναν αξιωματικό. Αυτός είναι σε δύσκολη θέση, δώσε του αυτόν τον φάκελο». Μέσα στο φάκελο υπήρχε ένα σεβαστό ποσό.

Πραγματικά μόλις η γυναίκα πέρασε την γέφυρα συνάντησε τον αξιωματικό. Στην αρχή ντράπηκε να του μιλήσει και να του δώσει τα χρήματα, αλλά για να μην παρακούσει στον Γέροντα τον πλησίασε και του είπε. « Κύριε, ο Αββάς Σεραφείμ μου είπε ότι θα σας συναντήσω  και να σας δώσω αυτό τον φάκελο». Ο αξιωματικός πήρε τον φάκελο, είδε το περιεχόμενο και με δάκρια είπε στην γυναίκα. Άχ, προ λίγες ημέρες, το σπίτι μου κάηκε και βρέθηκα με την οικογένειά μου στον δρόμο. Πες μου σε παρακαλώ που είναι αυτός ο μεγάλος ευεργέτης μου να πάω να τον βρω και να τον ευχαριστήσω.

Ευχαρίστησε άνθρωπέ μου καλύτερα τον Θεό που στέλνει τέτοιους ανθρώπους, διότι ο Αββάς επιθυμεί να  κρατηθεί  μυστικό η χειρονομία του.

Ο ΑΒΑΣ ΑΝΘΙΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΠΑΥΛΙΤΗΣ

Ένας από τους μεγάλους αγωνιστές και εραστές της ησυχαστικής ζωής και πολιτείας  της Ιεράς Μονής του Αγίου Παύλου, ήταν και ο γέρον Άνθιμος. Εργάτης της νίψης, προσηλωμένος στην υπακοή και δοσμένος στην νοερά προσευχή, αξιώθηκε από τον Κύριο να λάβει το διορατικό χάρισμα, δηλαδή να διακρίνει και να γνωρίζει από μακριά, κάθε αδελφό τι σκέπτεται, τους διαλογισμούς του, καθώς και τα λάθη του.

Κάποτε που ο αβάς Άνθιμος ασθένησε και  οι πατέρες τον μετάφεραν από το κελί του στο νοσοκομείο της μονής, ο παπά Ανδρέας ο λειτουργός, αφού τελείωσε τη θεία λειτουργία έσπευσε να τον επισκεφτεί, να τον δει και να του μεταδώσει τα Άχραντα Μυστήρια, το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Ο ιερεύς του Θεού πατήρ Ανδρέας, καθώς μετέφερε την θεία Κοινωνία εις τον ασθενή αβά, εντελώς μυστικά έλεγε τους χαιρετισμούς της Παναγίας μας. Τότε ο αβάς Άνθιμος ξεκίνησε να λέει το « Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε και το αλληλούια» ακριβώς στο σημείο που έπρεπε, χωρίς να ακούει τον παπά Ανδρέα και έκανε το Σταυρό του.

Όταν ο πατήρ Ανδρέας κατάλαβε την ενέργεια της θείας χάρητος που κουβαλούσε μέσα του ο Αβάς Άνθιμος, έμεινε έκθαμβος και δόξασε τον Θεό. Ο γέρων αβάς Άνθιμος, αφού έλαβε την θεία Κοινωνία, έλαμψε το πρόσωπό του και παρέδωσε την μακαρία του ψυχή, εις χείρας Θεού Ζώντος, με την χαρά ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.

Ο ΑΒΒΑΣ ΕΦΡΑΙΜ ΤΗΣ ΑΡΙΖΟΝΑΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ

Παιδιά μου, χριστιανοί μου και αδελφοί μου, σας παρακαλώ και νουθετώ την αγάπη σας, να προσθέσετε στα σωτήρια καθήκοντά σας τους χαιρετισμούς της Παναγίας μας. Αυτή η προσευχή είναι λίαν ωφέλιμη δια την ψυχή μας. Η Παναγία μας, πάρα πολύ της αρέσει και πνευματικά ανταποκρίνεται με την προστασία της και την χαρά που μας χαρίζει.
Στα ιερό βιβλίο «Αμαρτωλών Σωτηρία » γράφει πως ένας ληστής είχε την αγία συνήθεια να λέει μια φορά την ημέρα τους χαιρετισμούς της Παναγίας μας. Ο διάβολος κάκιωσε εναντίων του ληστή τον πείραξε που έλεγε τους χαιρετισμούς με ευλάβεια «παρά τις κακές του πράξεις» και έβαλε σκοπό να το θανατώσει. Τον παρακολουθούσε λοιπόν με άγρυπνο μάτι, πότε δεν θα τους πει να τον σκοτώσει και να τον αφανίσει. Όμως ο ληστής ουδέποτε τους άφησε και έτσι ο διάβολος έχασε το παιχνίδι.
Βλέπετε παιδιά μου την δύναμη των ιερών χαιρετισμών της Παναγίας μας; Είναι τόσο ισχυροί που κρατούν τον διάβολο μακριά από κάθε ορθόδοξο χριστιανό, πιστό παιδί και λάτρη της Θεοτόκου. Γι’ αυτό και εμείς να μην τους αφήσουμε ουδεμία ημέρα, ώστε και στην Παναγία μας να δώσουμε χαρά και εμείς να ασφαλιστούμε από την κακία των δαιμόνων.
Εύχομαι παιδάκια μου, να σας βλέπω, να σας νιώθω αγωνιστές και βιαστές στο τόσο ωραίο αγώνα του Θεού, που μας χαρίζει ελπίδα σωτηρίας και αιωνίου ζωής.

ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ

Ο μεγάλος σύγχρονος Άγιος γέροντας της  Μυτιλήνης, ο παπά Φώτης ο Λαυριώτης, ο διά Χριστόν σαλός, καταγράφει κάποια στιγμή της ζωής του.

«Την δεκαετία της φτώχειας του 40, (1940) έπρεπε νύχτα πεζοπορώντας να πάω από το ένα χωριό στο άλλο, διασχίζοντας τις παγωμένες πεδιάδες του Κιλκίς. Οι  χωριανοί μου έδωσαν ένα φακό για τον δρόμο, αλλά στη μέση του δρόμου  με περικύκλωσε ένα κοπάδι λύκων πεινασμένων. Κ’ αρχή τρόμαξα, όμως  χωρίς να χάσω καθόλου την πίστη,  το θάρρος και την ψυχραιμία μου άρχισα αμέσως να λέω τους χαιρετισμούς της Παναγίας.  Τότε είδα κάτι το πρωτόγνωρο και έζησα κάτι το θαυμαστό.

Οι λύκοι ερχόταν ένας – ένας  και ακουμπούσαν με τις τρίχες τους το ράσο μου και έφευγαν, βαδίζοντας πιο μπροστά από εμένα. Αυτό γινόταν όσο έλεγα τους Χαιρετισμούς.

    Παιδιά μου, τώρα που πλάκωσαν βαρεί λύκοι στην Πατρίδα και την Εκκλησία μας, το ίδιο να κάνετε και εσείς»!!!

ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

Κάποτε ο Αβάς  Εφραίμ ο Σύρος, κατόπιν θείας παραχωρήσεως, παρακολούθησε  μια σύναξη δαιμόνων.

Σ’ αυτή ήταν μαζεμένοι όλοι οι δαίμονες και έκαναν σκέψεις πώς να ρίξουν τους ανθρώπους στην αμαρτία. Ο ένας έλεγε, να πούμε στον κόσμο ότι δεν υπάρχει Θεός. Ο άλλος είπε, να λέμε στον κόσμο ότι δεν υπάρχει Κόλαση και Παράδεισος. Ο τρίτος είπε,  να λέμε ότι δεν υπάρχει μετά θάνατον ζωή. Ο τέταρτος, να τους κάνουμε να βλαστημούν. Ο πέμπτος, να τους ρίχνομε στην πορνεία, τη μοιχεία και σ’ όλα τα σαρκικά αμαρτήματα.

Όλοι οι δαίμονες είπαν τη δική τους γνώμη. Στο τέλος ρώτησαν και ένα δαίμονα που δεν είχε μιλήσει καθόλου.

Εσύ δεν μας λες την γνώμη σου;

Τότε αυτός είπε. Εγώ λέω να πούμε στον κόσμο, ότι υπάρχει  Θεός, υπάρχει μετά θάνατο ζωή, υπάρχει Κόλαση και Παράδεισος. Μόνο να λέμε στους ανθρώπους, ότι έχουν πολύ καιρό ακόμα για να μετανοήσουν.

Όλοι τότε συμφώνησαν με την γνώμη αυτή και πήραν απόφαση να συμβουλεύσουν τον κόσμο, ότι θα ζήσουν πολλά χρόνια και έχουν καιρό πολύ μπροστά τους για να μετανοήσουν.

Ο Άγιος έφριξε για το τέχνασμα αυτό των δαιμόνων και παρακαλούσε το Θεό να φωτίζει τους ανθρώπους να μη πέφτουν στην παγίδα αυτή.

Αδελφοί! Έλεγε. Να μη λέμε σήμερα θα αμαρτήσω και αύριο θα μετανοήσω. Δεν έχουμε κανένα συμβόλαιο με το Θεό. Το αύριο ανήκει στον Θεό και μπορεί σήμερα να μας καλέσει κοντά Του. Μην αναβάλλουμε  για αύριο τη σωτηρία της ψυχής μας.

ΛΟΓΟΣ ΦΟΒΕΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΓΕΡΒΑΣΙΟΥ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ

 

Εγώ παιδιά μου, είμαι σήμερα και αύριο δεν είμαι. Αλλά να θυμηθείτε αυτό που θα σας πω. Στην ανθρωπότητα  θα έλθουν πολλά  δεινά. Αιτία αυτών των δεινών που έρχονται  αλλά και  που  υπάρχουν στον κόσμο, είναι  το αθώο αίμα που χύνεται ποταμηδόν καθημερινά από τις εκτρώσεις. Μόνο στην χώρα μας την Ελλάδα, φονεύονται  διακόσιες χιλιάδες ( 200. 000) παιδιά ετησίως.

Τα έμβρυα, αυτά τα οποία δεν θεωρούν πολλοί γιατροί  ότι  είναι πλήρης άνθρωπος, αυτά εκδικούνται. Για το αμάρτημα αυτό δεν υπάρχει έλεος. Εξεικονισμένο και μη εξεικονισμένο, έστω και μιας ώρας να είναι η σύλληψης,  το παιδί αυτό κατά την ημέρα της Κρίσεως  θα αναστηθεί, όπως και όλοι οι άνθρωποι, σε ηλικία  τριάντα τριών  (33) ετών, αλλά τυφλό, λόγο που δεν το άφησαν να γεννηθεί  και να λάβει το Άγιο Βάπτισμα.

Κατά την ημέρα αυτή, θα ζητήσει φοβερό λόγο από τον γιατρό σφαγέα, από τον  δυστυχή και άβουλο πατέρα, αλλά πολύ περισσότερο από την φόνισσα μητέρα του γιατί το έστειλε και το παράδωσε στην σφαγή  έτσι αφώτιστο. Ποιος το έχει αυτό το δικαίωμα;

«Θα προτιμούσα να σας ασπαστώ κατά την κηδεία σας νεκρές ως  πόρνες και αμαρτωλές, παρά σαν μητέρες φόνισσες  με εκτρώσεις»!

Ο ΑΒΒΑΣ ΣΑΒΒΑΤΙΟΣ ΓΡΑΦΕΙ

 

Όταν ησύχαζα στη λαύρα του αββά φιρμίνου ήλθε κάποιος ληστής και παρακαλούσε τον γέροντα και του έλεγε.« Για το Θεό αββά, κάνε αγάπη , γιατί είμαι υπεύθυνος πολλών φόνων. Κάνε με μοναχό, για να ησυχάσω στο εξής από τα κακά μου». Ο γέροντας τότε τον νουθέτησε και τον έκανε μοναχό δίδοντάς του και το άγιο σχήμα.

Μετά λίγες μέρες όμως του λέει ο γέροντας.« Πίστεψέ με παιδί μου, δεν μπορείς να μείνεις εδώ άλλο, γιατί αν ακούσει ο άρχοντας, θα σε πιάσει. Το ίδιο και οι εχθροί σου θα έρθουν και θα σε σκοτώσουν. Όμως άκουσέ με και θα σε στείλω σε κοινόβιο μακριά από εδώ». Και τον έστειλε στο κοινόβιο του Αββά Δωρόθεου κοντά στην γάζα. Αφού έκανε εκεί εννέα χρόνια κι έμαθε το ψαλτήρι κι όλη τη μοναχική πολιτεία, ανεβαίνει ξανά στη λαύρα του Φιρμίνου προς το γέροντά του και του λέει. « Αββά, κάνε έλεος σε μένα, δώσ’ μου τα ρούχα μου τα κοσμικά και πάρε τα μοναχικά ».

Ο γέροντας τότε πολύ λυπημένος του λέει. « Γιατί παιδί μου »; Αποκρίθηκε και είπε. « Να, όπως ξέρεις πάτερ, έχω εννέα χρόνια στο κοινόβιο και νήστεψα κι εγκρατεύτηκα όσο μπορούσα και έζησα με πολλή ησυχία και φόβο Θεού « εν υποταγή» και πιστεύω ότι η αγαθότητα του Κυρίου μου, μου συγχώρησε τα πολλά μου κακά, αλλά βλέπω κάθε τόσο ένα παιδί να μου λέει.     « Γιατί με σκότωσες»; Αυτό βλέπω στον ύπνο μου και στην εκκλησία και στην τράπεζα να μου λέει αυτά και δεν με αφήνει ούτε ώρα. Γι’ αυτό πάτερ θέλω να φύγω, για να πεθάνω υπέρ του παιδιού αυτού, που σκότωσα χωρίς λόγο. Πήρε λοιπόν τα ρούχα, τα φόρεσε, βγήκε από τη λαύρα και πήγα στη Διόπολη, όπου την άλλη μέρα τον συνέλαβαν και τον αποκεφάλισαν.

Ο ΑΒΒΑΣ ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΣΕ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ

Ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος της ελληνικής πνευματικής κοινωνίας, μου μίλησε για τα νεανικά του χρόνια. Μου είπε. « Όταν ήμουν 20 χρόνων, ήμουν αναρχικός. Είχα μακριά μαλλιά, είχα σκουλαρίκια, είχα τυραννήσει πνευματικούς ανθρώπους και ειδικά τους δασκάλους μου.  Με έστειλαν σ’ ένα χριστιανικό οικοτροφείο και τα έκανα άνω – κάτω.

Μια μέρα, με την προτροπή ενός θείου μου, αποφάσισα να επισκεφτώ τον πατέρα Πορφύριο. Νόμιζα πως θα συναντούσα ένα αφελές γεροντάκι αλλά γρήγορα  διαψεύστηκα.

Μόλις με είδε ο Γέροντας μου είπε « Μωρέ εσύ θέλεις να πιστέψεις, αλλά δεν σε αφήνει το πολύ σου το μυαλό! Αλλά που θα πάς, σε αγαπάει,  σε περιμένει ο Χριστός και θα σε κερδίσει μια μέρα! Μωρέ, έλα αύριο να τα πούμε! » Πήγα εγώ την άλλη μέρα να τα πούμε…! Ο Γέροντας, μόλις με είδε, μου είπε. « Μωρέ, σου αρέσουν τα ποιήματα; Γιατί, κι εγώ είμαι …ποιητής! Πάμε στο δάσος να σου απαγγείλω; Με πήρα από το χέρι  και άρχισε να μου λέει ποιήματα …!

Εγώ, καθώς άκουγα αναλύθηκα σε δάκρυα και έκλαιγα. Γιατί …; Διότι, αυτά τα ποιήματα, που απάγγελνε ο Γέροντας, ήσαν τα δικά μου ποιήματα! Αυτά που είχα γράψει και τα είχα κρυμμένα σ’ ένα τετράδιο, πιστεύοντας ότι κάποια μέρα θα τα δημοσίευα. Είχα συγκλονιστεί!

Μετά το θαύμα αυτό του Γέροντα Πορφύριου, ο νέος έκανε αλλαγή στην ζωή του,   έγινε καθηγητής σε πανεπιστήμιο, αλλά και ιερέας του Χριστού.

Ο ΑΝΑΧΩΡΙΤΗΣ ΑΒΒΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

Ο Αββάς Ιωάννης ο αναχωρητής υπήρξε πραγματικά άνθρωπος του Θεού και για να δείξει την προς τον Θεό αγάπη και ευαρέστησή του, διηγιόταν τούτο το θαύμα που συνέβαινε σ’ αυτόν. Λέει, ησύχαζα στα μέρη του Σοχού, είκοσι σχεδόν μίλια από τα Ιεροσόλυμα. Στο σπήλαιο το οποίο ησύχαζα είχα μια εικόνα της Θεοτόκου, πανάχραντης Δέσποινας και αειπαρθένου Μαρίας  να κρατά στην αγκαλιά της τον Θεό μας.

Κάθε φορά λοιπόν  που ήθελα να πάω σε κάποιο τόπο, ή σε μακρινές ερήμους ή στα Ιεροσόλυμα, για να προσκυνήσω τον Τίμιο Σταυρό και τους Αγίους Τόπους, ή και στο όρος Σινά, για να προσκυνήσω σε ναούς μαρτύρων που απείχαν από τα Ιεροσόλυμα μεγάλη και μακρινή απόσταση, ετοίμαζα την καντήλα της Θεοτόκου του σπηλαίου μου και την άναβα, όπως είχα συνήθεια.

Έπειτα στεκόμουν σε προσευχή και ικέτευα τον Θεό να κατευθύνει την πορεία μου και έλεγα στην κυρία Δέσποινά μας.« Κυρία Θεοτόκε, επειδή πρόκειται να βαδίσω μεγάλο διάστημα και μακρύ δρόμο, που έχει πολλών ημερών απόσταση, φρόντισε την καντήλα σου κι αν πάει να σβήσει, φύλαξέ την κατά την διάθεσή μου και παρακαλώ να σε έχω βοήθεια και συνοδοιπόρο ». Και λέγοντας αυτά μπροστά στη εικόνα έφευγα. Έκανα την προγραμματισμένη πορεία και επέστρεφα πότε σε ένα μήνα, πότε σε διό και τρείς, καμιά φορά και σε πέντε και έξι.

Ποτέ, επιστρέφοντας δε βρήκα την καντήλα σβηστή, αλλά περιποιημένη και αναμμένη όπως ακριβώς την είχα αφήσει φεύγοντας για την πορεία μου. Η Δέσποινα του κόσμου, η ουράνια Άνασα, κι εμένα τον αμαρτωλό είχε υπό την προστασία της, αλλά και για την καντήλα της μεριμνούσε.

Ο ΑΒΒΑΣ ΣΙΣΙΝΝΙΟΣ Ο ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΣ

Ο Μέγας αναχωρητής Αββάς Σισίννιος διηγείται για την παγίδα που του έστησε ο πονηρός, ως εξής. « Όταν ήμουν στο σπήλαιό μου κοντά στον Ιορδάνη και καθώς έψαλλα  την Τρίτη ώρα, αντιλήφτηκα κάποιος να μπαίνει στη σπηλιά. Όταν στράφηκα προς την είσοδο, είδα κάποια γυναίκα. Στάθηκε λοιπόν μπροστά μου, έβγαλε τα ρούχα της και γυμνώθηκε εντελώς.

Εγώ δεν ταράχτηκα καθόλου, αλλά, αφού έκαμα τον κανόνα μου με πολλή ησυχία και φόβο Θεού, όταν τον τελείωσα, τότε την ρωτώ. Κάθισε να σου μιλήσω και τότε κάνω ότι θέλεις». Αυτή λοιπόν κάθισε και εγώ της λέω. « Χριστιανή είσαι ή ειδωλολάτρισσα;» Εκείνη μου είπε «Χριστιανή». «Και δεν ξέρεις σε ποιο μέρος πηγαίνουν εκείνοι που πορνεύουν, της ξανάλεω»; Εκείνη τότε μου είπε.« Ναι , ξέρω ». Και γιατί θέλεις να πορνεύσεις; « Γιατί πεινώ», μου αποκρίθηκε εκείνη.

Μόλις άκουσα αυτό, λυπήθηκα και πληγώθηκα πολύ και της είπα. « Παρακαλώ σε, μην πορνεύσεις και να έρχεσαι κάθε μέρα να σου δίνω απ’ εκείνη την τροφή που οικονομεί και σε μένα ο Θεός ». Η φτωχιά γυναίκα από τότε έμεινε σώφρων και κάθε μέρα ερχόταν και τις έδινα τροφή, μέχρι που αναχώρησα από τους τόπους εκείνους.