O ΑΒΒΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΚΑΠΑΔΟΚΗΣ

 

Ο αββάς Γεώργιος όταν μόναζε στην μονή του Αγίου Θεοδοσίου, είχε το διακόνημα του φούρναρη και παρασκεύαζε το ψωμί της μονής.  Κάποια μέρα που ζύμωσαν με τους παραδελφούς του   το ψωμί, εκείνος έκαψε το φούρνο, αλλά δεν βρήκε στη θέση του το σφουγγάρι με το οποίο θα τον σφόγγιζε , επειδή οι αδελφοί  το έκρυψαν για να τον δοκιμάσουν. Τότε αυτός χωρίς φόβο μπήκε στο φούρνο μέσα και τον σκούπισε καλά  με το ράσο του και βγήκε έξω χωρίς να βλαφτεί καθόλου από την φωτιά.

Όταν αποφάσισαν οι πατέρες του κοινοβίου να οικοδομήσουν  τον ναό του Αγίου Κηρύκου στη Φασιλαίδα,  ο αββάς Γεώργιος με άλλους πατέρες έσκαψαν τα θεμέλια του ναού.  τότε εμφανίστηκε, στον ύπνο του ένας μοναχός, πολύ ασκητικός, ο οποίος φορούσε κολόβιο (χιτώνας χωρίς μανίκια) από φοινικόφυλλα φτιαγμένο και στο κεφάλι του ένα κουκούλι από ψάθα. Και του λέει με ήρεμη φωνή: « Πες, Κύριε αββά Γεώργιε, τόσο εύκολα αποφάσισες μετά τόσους κόπους και τόση άσκηση, να με αφήσεις έξω από το ναό που κτίζεις;

Εκείνος τότε, επειδή σεβάστηκε την ιεροπρεπή εμφάνιση του γέροντα, του λέει: «Ειλικρινά, εσύ κύριε, ποιος είσαι »; Αυτός τότε απάντησε:  « Εγώ είμαι ο Πέτρος, ο βοσκός του αγίου Ιορδάνη».  Αυτός μόλις σηκώθηκε το πρωί σκέφθηκε να μεγαλώσει το ναό από το μέρος της ανατολής και ξεκίνησε να σκάβει. Καθώς έσκαβε, βρίσκει το σώμα του θαμμένο, όπως τον είδε στον ύπνο του. Όταν οικοδόμησαν την εκκλησία, έκαμαν ωραιότατο μνημείο στο δεξιό περίστοο, κι εκεί έθαψαν τον άγιο Πέτρο τον βοσκό του Ιορδάνη.

Αφήστε μια απάντηση