Γράφει ο εφημέριος της ενορίας π.Εμμανουήλ Μπαργωτάκης

ΠΟΥ ΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΑΣ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ;

Ο άνθρωπος, κυνηγός της ευτυχίας τρέχει παντού για να την συναντήσει. Την ψάχνει και την αναζητά με πόθο, θέλει να την κερδίσει,  να την κάνει δική του και μ’ αυτήν να κάνει χαρούμενη και ευτυχισμένη τη ζωή του. Την ψάχνει στους δρόμους, στις πλατείες, στις παρέες, στην μοναξιά, στην χλιδή, στην απόλαυση. Πολλοί του τάζουν ευτυχία όμως τον αφήνουν να ζει  στην αυταπάτη.

Σ’ αυτή τη δραματική θέση ευρισκόμενος καθημερινά ο αναζητητής της ευτυχίας άνθρωπος, φαντάζεται ότι κάπου μπροστά του θα την συναντήσει και κάποτε θα την απολαύσει. Σχεδιάζει, υπολογίζει και ελπίζει ότι εάν αποκτήσει όλα τα υλικά αγαθά και τις κοσμικές απολαύσεις θα ζήση ευτυχισμένος στον κόσμο. Εάν έχει στα χέρια του ένα καλό μισθό και ένα σταθερό εισόδημα μ’ αυτό θα κατακτήσει την ευτυχία. Ακόμα  αν κατορθώσει και κτίσει ένα όμορφο, κομψό, πανάκριβο και πολυτελέστατο σπίτι με όλα τα σύγχρονα κομφόρ και τις ανέσεις αυτό θα τον κάνει οπωσδήποτε ευτυχισμένο, ή αν αγοράσει ένα πανάκριβο και φιγουράτο αυτοκίνητο  θα τον βοηθήσει να πλεύσει  μέσα  σε πελάγη ευτυχίας.

Ο ιερός Αυγουστίνος, ο μεγάλος από τους  Πατέρες της Εκκλησίας μας,  ο φωτισμένος Επίσκοπος, εκείνος που επί χρόνια την αναζήτησε  παντού, αυτός που κατασπατάλησε την νεαρή ηλικία του στο κυνήγι της,  γράφει στο περισπούδαστο  βιβλίο του «αι εξομολογήσεις » .

« Πολλά χρόνια στην νεαρή μου ηλικία αναζητούσα την ευτυχία παντού. Όλους και όλα τα ρωτούσα για να μου υποδείξουν που υπάρχει. Διδάχτηκα  την σοφία του κόσμου, μαθήτευσα στις επιστήμες της εποχής δίπλα σε σπουδαίους δασκάλους, διάβασα τα βιβλία των σοφών, κατανάλωσα τα νεανικά μου χρόνια στην έκφυλη ζωή και απόλαυσα όλες τις κοσμικές ηδονές και απολαύσεις. Η ζωή μου ήταν μια κόλαση, ένα σκοτάδι, ζούσα μια ατέλειωτη  δυστυχία αφού μου έλειπε το ζητούμενο. Έψαχνα συνεχώς, αλλά παρέμενα εγκλωβισμένος στην αμαρτωλή ζωή μου.

Μια μέρα κάποιος μου ψιθύρισε. Αυγουστίνε, αν γνωρίσεις  τον Θεό η ζωή σου θα αποκτήσει νόημα, η ύπαρξή σου θα εύρη τον στόχο της και η καρδιά σου θα πλημμυρίσει από ευτυχία.  Μόνο κοντά Του  υπάρχει η πραγματική, γνήσια και ατέλειωτη  ευτυχία.

Ακούγοντας τα λόγια του συλλογιζόμουν. Ποιος είναι αυτός ο Θεός που κοντά του υπάρχει η ευτυχία; Ποιος  είναι εκείνος που  έχει την δύναμη και  μπορεί να κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους; Εγώ πως δεν τον συνάντησα ακόμα στις μέρες και τις νύχτες μου; Πως δεν τον διάβασα στα βιβλία μου; Πως δεν τον γνώρισα μέσα  από τους κύκλους των συναναστροφών μου, μέσα από τους τόσους και τα τόσα που έζησα; Θέλω το συντομότερο να τον γνωρίσω, θέλω να τον κάνω φίλο μου, δικό μου, αν, και αμφιβάλω ότι θα μπορέσει να μου προσφέρει αυτό που απεγνωσμένα αναζητώ.

Έψαχνα όλο έψαχνα, ρωτούσα και ξαναρωτούσα.  Ρώτησα τα ψηλά  βουνά τα οποία καμάρωνα, μήπως είναι εκείνα ο Θεός, και αυτά μου απάντησαν με ειλικρίνεια. Όχι,  δεν είμαστε εμείς ο Θεός, δημιουργήματά του είμαστε. Ρώτησα τον φωτεινό  ήλιο με την λάμψη και την ομορφιά του μήπως είναι εκείνος ο Θεός, και μου απάντησε όχι.  Δημιούργημα του λόγου Του είμαι κι εγώ. Ρώτησα τις πεδιάδες, τα ποτάμια, τις γαλάζιες θάλασσες, τους απέραντους ωκεανούς, τις λίμνες, τα πανύψηλα δένδρα και τα καλλίχρωμα λουλούδια,  μήπως είναι αυτά ο Θεός και με ένα στόμα μου απάντησαν. Όχι, είμαστε από τα έργα των χειρών Του. Μα που αλλού να ψάξω αυτόν που εναγωνίως αναζητώ; Ποιος θα με βοηθήσει να γνωρίσω αυτόν τον άγνωστο; Αυτά βασάνιζαν την ψυχή μου και ταλαιπωρούσαν την ύπαρξή μου ».

Σύντομα όμως η πόρτα του Θεού άνοιξε για τον νεαρό Αυγουστίνο.  Ένας  ταπεινός επίσκοπος, ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων είναι εκείνος που την ξεκλείδωσε. Εκείνος που με το σπινθηροβόλο βλέμμα του, την ακτινοβολούσα αγιοσύνη προσωπικότητά του, την άδολη αγάπη του και τους θεϊκούς λόγους του σαγήνευσε και υποβοήθησε τον αναζητητή να εύρη την αλήθεια και να γνωρίσει τον Κύριο.

Κοντά του, παρά τους πόδας του Σταυρού διδάχτηκε ο Αυγουστίνος τα μυστικά της ευτυχίας. Ένιωσε ότι, στο μυστήριο του πόνου, της θλίψεως και των στερήσεων υπάρχει η πραγματική μυστική χαρά. Κατάλαβε ότι η παράβαση του θείου νόμου είναι εκείνη που προκαλεί και γεννοβολά  τα δάκρυα, τις σωματικές και ψυχικές παθήσεις και γενικά την δυστυχία. Πίστεψε ότι η αμαρτία είναι η μεγαλύτερη απάτη, η οποία  υπόσχεται χαρά και όμως φέρνει λύπη. Υπόσχεται ευτυχία και όμως κάνει δυστυχείς. Υπόσχεται ωραία και άνετη ζωή και όμως ντύνει τον άνθρωπο με τα σάβανα του θανάτου.

Πείσθηκε   ο Αυγουστίνος, μετανόησε, βαπτίστηκε και έζησε κοντά στον Θεό το μυστήριο της αναγέννησης και της πραγματικής ζωής. Σαν χριστιανός πλέων, έπασχε για το πάθος του Χριστού, πονούσε για τους πόνους Του και συνεχώς γινόταν κοινωνός των ωδίνων του Σταυρού με την εκούσια σταυρική πορεία στην ζωή του. Καθημερινά αγκάλιαζε όλο και περισσότερο τον Σταυρό με τον εσταυρωμένο και έδινε όλη την εμπιστοσύνη του σ’ αυτόν. Και ο  Σταυρός, το σύμβολο του θριάμβου  τον ενίσχυε καθημερινά, καθαγίαζε τον νου του, ανακαίνιζε την ψυχή και τις αισθήσεις του και του δώριζε χάρη, αγιασμό, χαρά και την ευτυχία.

Να αδελφέ, αναζητητή, που εντόπισες και έμαθες μέσον του ιερού Αυγουστίνου που υπάρχει η γνήσια ευτυχία. Να που διδάχτηκες απ’ εκείνον ότι στο Σταυρό του Χριστού υπάρχει αυτή και όχι  στο αντισταυρικό πνεύμα που σου ψιθυρίζουν  οι λογής επικίνδυνοι.  Στην πνευματική και ηθική ζωή υπάρχει και όχι στην ξέφρενη και αχαλίνωτη ακολασία και διαστροφή. Στην αιώνια χριστιανική παράδοση και τις διαχρονικές αξίες και όχι στις παχιλές υποσχέσεις  εκείνων που σε ταΐζουν ξυλοκέρατα και σου τάζουν απατηλούς ψευτοπαράδεισους και φρούδες απολαύσεις.

Αδελφέ, ακολούθησε λοιπόν τις αιώνιες αυτές αξίες, τις οποίες δίδαξαν δια μέσου των αιώνων οι απλές και αγράμματες, αλλά σοφές μάνες. Σ’ εκείνες κρύβεται η ευτυχία. Εκείνες καλλιεργούν τους πραγματικά ελεύθερους και χαρούμενους ανθρώπους και τους οδηγούν στην πραγματική ευτυχία.

Χριστούγεννα 2019

Για άλλη μια φορά πιστός στο ραντεβού του ο Χριστός μας, έρχεται να ξαναγεννηθεί  στη γη για όλους εμάς τους ανθρώπους.

Κύριε έρχεσαι για μας, για τον ένα, για τους πολλούς, για τους πιστούς αλλά και τους άπιστους, για τους λευκούς και τους μαύρους, για τους φτωχούς αλλά και τους πλούσιους, για τους άσημους και πονεμένους, αλλά και τους άρχοντες και μεγιστάνες των λαών.  Για όλους Κύριε αφού δεν εξαιρείς κανένα, αφού είσαι ο Εμμανουήλ. Ευλογημένος ο ερχομός Σου Χριστέ στη γη Σου, στη γη μας.

Όμως Κύριε ερχόμενος ποια  εικόνα θα αντικρίσεις  στη γη του 21ου αιώνα;

Τι θα βρεις στις ψυχές των ανθρώπων της τρίτης χιλιετίας;

Δυστυχώς Κύριε,  την αδιαφορία των χορτασμένων αυτής της γης να υψώνεται σαν χριστουγεννιάτικο δένδρο, στολισμένο με χλιδή και πολυτέλεια.                                                                       Πάνω από τις πόλεις το νέφος και τον καπνό από τις καμένες ψυχές του λαού Σου.

Θα συναντήσεις Κύριε ανθρώπους να βιώνουν το σύνδρομο της αυτοϊκανοποιήσεις σε όλες τους τις εκδηλώσεις, έχοντας κλειδώσει βαθιά μέσα τους μια αθάνατη ψυχή, να μουχλιάζει και να αργοπεθαίνει.

Θα βρεις   πολλούς ανθρώπους αποκλεισμένους στη μόνωση της μάζας, να περιφέρονται απελπισμένα χωρίς να έχουν στόχο και προορισμό.

Θα βρεις παιδιά Σου, να τρέχουν αδιάκοπα με αγωνία και με άγχος σε χίλιες δυο δουλειές, έχοντας ολότελα λησμονήσει το σκοπό τους.

Θα ανταμώσεις  αδελφούς Σου και αδελφούς μας, να πεθαίνουν με μια σύριγγα στο μπράτσο, η να απειλούνται από την φοβερή μάστιγα το ΑΙ DS, και να είναι δέσμιοι σε σαρκικά πάθη.

Θα βρεις ένα κόσμο πολύβουο, ένα κόσμο ανούσιο, ένα κόσμο θανατηφόρα ανιαρό ένα κόσμο να ζει μέσα στην ανασφάλεια από την  τρομοκρατία και τα χτυπήματά της, ένα κόσμο χωρίς πρόσωπο μόνο με προσωπείο, ο οποίος να αγωνιά κάτω από την απειλή ενός τρίτου παγκοσμίου πολέμου.

Θα αντικρίσεις  λαούς άστεγους και εξαθλιωμένους από αρρώστιες και πείνα, και άλλους πάνοπλους και ισχυρούς να φιγουράρουν και να καυχώνται.

Θα αντικρίσεις την αμαρτία σε όλο της το μεγαλείο και την αδικία σε όλη της την δόξα.

Και όμως Κύριε με επιμονή σε καλούμε. Έλα, στη γη μας να γεννηθείς  και φέτος. Αναζήτησε  φάτνη, παντού αναζήτησε σπηλιά. Από τα προσφυγικά στρατόπεδα του Αφγανιστάν, μέχρι τους πύργους της Νέας Υόρκης. Από την μεγαλύτερη πόλη ως το μικρότερο και απομακρυσμένο χωριό. Από το λαμπρότερο αρχοντικό μέχρι το ποιο απέριττο καλύβι. Από την  ενδοξότερη ύπαρξη μέχρι την ποιο απέριττη και ταπεινή ψυχούλα.

Αν εμείς θελήσαμε και πουλήσαμε τον εαυτό μας, και αν εμείς εγκαταλείψαμε κάθε ελπίδα, η ελπίδα η δική Σου δεν μας εγκαταλείπει.

Κύριε ξεφεύγοντας από κάθε σύγχρονο Ηρώδη, καταδέχεσαι  και φέτος να γεννηθείς στις καρδιές όλων εκείνων που σου ανοίγουν, όλων αυτών που σε καλούν και σε περιμένουν. Όχι μόνο να γεννηθείς αλλά και να μεγαλώσεις, να σταυρωθείς και να αναστηθείς, για να γίνεις και δική μας Ανάσταση, αλλά και ελπίδα, ευκαιρία, σωσίβιο και λύτρωση από τα δεινά που απλώνονται γύρω μας και μέσα μας.

Έλα Κύριε, Σωτήρα μας, Λυτρωτή μας! Θα το ακούσουμε  στις Εκκλησίες την Άγια νύχτα της γέννησης Σου. Θα σε αντικρίσουμε και θα γευθούμε  την αγάπη Σου μέσα από το Άγιο ποτήριο της διαθήκης Σου, θα σε προσκυνήσουμε ευλαβικά και θα γίνουμε φάτνη δικιά Σου.

Έλα μαζί μας Χριστέ. Μείνε μαζί μας Σωτήρα.

Εμμανουήλ Μπαριωτάκης Πρωθιερεύς

ΑΝΑΒΑΣΗ, Ο ΩΡΑΙΟΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ

Όταν με γκρουπ συμπολιτών μας προσκυνητών, επισκεφθήκαμε  τους ιερούς βράχους των Μετεώρων, στη όμορφη Θεσσαλία, σε κάποιο απόκρημνο και πανύψηλο βράχο αντικρίσαμε δύο ή τρείς αναρριχητές αναβάτες να ευρίσκονται κυριολεκτικά στο κενό, στη μέση του γυμνού και λύου εκείνου βράχου και να προσπαθούν με πολύ κόπο με τα δρέπανά τους να ανέβουν έστω και ελάχιστα ψηλότερα για να φθάσουν στην κορυφή που ήταν ο στόχος τους. Η σκηνή  με συγκλόνισε και θαύμασα την τόλμη και την δύναμη της ψυχής εκείνων των ανθρώπων. Όμως με δίδαξε τα μέγιστα, αφού  μου έφερε στο νου κάποιες έννοιες και κάποιες μεγάλες αξίες της ζωής.

Βλέποντας το θάρρος  και την υπομονή εκείνων, ήλθαν στην σκέψη μου και το μυαλό μου, χωρίς να θέλω να υποτιμήσω έστω και στο ελάχιστο, αυτό το ωραίο και τολμηρό άθλημα  της ανάβασης  στα βουνά και τα όρη, στις χαράδρες και τους απότομους βράχους της Πατρίδα μας και κάποιες άλλες πνευματικές αναβάσεις και αναρριχήσεις που πρέπει να διακρίνουν τη ζωή μας. Αυτό πρέπει να είναι ο μεγάλος πόθος κάθε ανθρώπου, το ωραιότερο όραμά του, το γενναιότερο άθλημά του  και της ψυχής του το μεγαλείο.

Η αναρρίχηση και η ανάβαση δεν είναι κατόρθωμα μόνο κάποιων  φανατικών και τολμηρών νέων, ή πεπειραμένων ορεσίβιων, αλλά είναι στοίχημα  για όλους μας. Δεν είναι μόνο για κάποιες ηλικίες, αλλά για όλες γενικά, αφού, όσο κουραστικό κι αν φαίνεται, εκτονώνει και απαλλάσσει από τα βάρη και τα άγχη της ζωής και μας δίδει την ευκαιρία να ξεπερνάμε ακόμα και τον ίδιο τον εαυτό μας.

Ο Θεολόγος Άγιος Γρηγόριος τονίζει. « Το ανέβασμα ας είναι η χαρά σου»! Και ο Άγιος Ιωάννης της κλίμακας προτρέπει ως εξής.«Αναβαίνετε, αναβαίνετε αδελφοί, αναβάσεις λαμπρές ». Σε κάποιο βράχο του  Αγίου Όρους είναι γραμμένο. « Αναβαίνετε, αναβαίνετε αδελφοί, αναβάσεις προθύμως και αγογγύστως »…

Ο ανήφορος, είναι ο μόνος δρόμος που μπορεί πράγματι να μας ανεβάσει. Είναι αυτός που μας κάνει να παλεύομε, να μοχθούμε και να αγωνιζόμαστε. Μας μαθαίνει να αντέχουμε στις κακουχίες, τις θύελλες και τα ξεροβόρια. Μας δυναμώνει τόσο που μας  κάνει να ξεπερνούμε  όλα, ακόμη και τον εαυτό μας! Μας σκληραγωγεί αφάνταστα και μας χαρίζει μοναδικές χαρές μέσα από το ανέβασμα που πετυχαίνουμε με τον ωραίο αγώνα μας.

Ο  ανήφορος, είναι ο μόνος σίγουρος δρόμος που ανεβάζει  τον άνθρωπο ψηλά για να φθάσει και να αντικρίσει τα ωραία της  δημιουργίας, αλλά και να απολαύσει την χαρά των αγαθών κόπων του.  Ο ίσιος δρόμος, που οδηγεί μόνο στο κάμπο, στο ίσωμα δηλαδή,  με τίποτα δεν μπορεί να σε πάει εκεί ψηλά. Ο κάμπος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ζωή δίχως αξιώσεις και επιδιώξεις, που μπορεί να είναι   άστοχη, ή και ακόμα αυτό το τέλμα. Ο μεγάλος ποιητής ο Κρυστάλλης λέει στον υψιπέτη αετό. « Πάρα με πάνω στα βουνά, να μη με φθείρει  ο κάμπος και μείνω χαμερπής».

Γι’ αυτό  μόνο ανήφορο, μόνο ανάβαση, από τα χαμηλά στα ψηλά και από τα φθαρτά του κόσμου τούτου στα μεγάλα και αιώνια! Ανάβαση, από τα γήινα στα ουράνια και από τα πάθη στην άσκηση της αρετής!Ανάβαση από τα πονηρά στα αγαθά και από την τρυφηλή ζωή στην εγκράτεια και την μετάνοια! Συνεχή και αδιάκοπη ανάβαση σε όλους τους τομείς.

Και ποιος από εμάς δεν το έχει προσέξει ότι, με την πρώτη προσπάθεια και τα πρώτα βήματά μας προς τα πάνω, νοιώθουμε αμέσως την υψομετρική διαφορά, την αλλαγή της ατμόσφαιρας, διακρίνομε  ωραιότερα και αισθανόμαστε όλο και ποιο δυνατοί με ενθουσιασμό στην ψυχή. Εκείνος που φοβάται   ή θέλει να αποφύγει τον ανήφορο, δύσκολα θα μπορέσει να μείνει και στο ίσωμα που προτίμησε. Το ποιο σίγουρο είναι πως, αν επιμείνει, αργά η γρήγορα, θα πάρει τον κατήφορο, για να καταλήξει στο βόθηνο. Αυτόν τον κατήφορο που διαλέγουν  πολλοί,  αυτόν τον ολισθηρό δρόμο που γρήγορα και ακούραστα τους φτάνει σε κάποιο πυθμένα, που μπορεί να είναι το τέλος μιας χαράδρας ή και η κατάληξη μιας αβύσσου.

Εμείς, εσείς, όλοι μαζί.  που θέλουμε να φθάσουμε στην κορυφή και αγωνιζόμαστε γι’ αυτό, σίγουρα χρειαζόμαστε μια αυθυπέρβαση. Ένα άλλο ξεπέρασμα του εαυτού μας. Ο Δημιουργός, που σαν σκαλοπάτια έθεσε μπροστά μας τις κορυφές των ορέων και έβαλε στην ψυχή μας την δίψα για να τις κατακτήσουμε, εκείνος μας παροτρύνει να φθάσουμε στην ψηλότερη, την ωραιότερη, την τελειότερη και αγιότερη, δηλαδή σε κείνον τον ίδιο. Όταν το κατορθώσουμε αυτό τίποτα από τα βιοτικά και υλικά πράγματα δε θα μας θαμπώνει. Η, όταν φθάσουμε και κατακτήσουμε την υψηλή βίωση της χριστιανικής φιλοσοφίας, τίποτα από τα φαινόμενα μεγάλα πράγματα στον κόσμο δεν θα μας προξενεί έκπληξη, αλλά δόξα, πλούτος, τιμή και κάθε άλλη απόλαυση θα μας φαίνονται μικρά και ασήμαντα.

Τι υπέροχες λοιπόν που είναι οι κορυφές, τι θαυμάσια που είναι τα ανεβάσματα στα όρη;  Στο Όρος διέταξε ο Θεός τον Αβραάμ να προσφέρει το παιδί του θυσία. Στο ΌροςΣινά παρέδωσε ο Θεός στον Μωυσή τις δέκα εντολές Του. Επί του Όρους μεταμορφώθηκε ο Χριστός δείχνοντας το μεγαλείο της Θεότητάς Του. Επί του Όρους απηύθυνε την θεσπέσια εκείνη ομιλία Του. Επί του Όρους των Ελεών σύχναζε  ο Κύριος και εκεί προσεύχονταν.

Αδελφοί μου, στα όρη αποκαλύπτεται περισσότερο ο Θεός, με μοναδικό τρόπο. Γι’ αυτό μας τονίζει ότι πρέπει να αφήνουμε τα χαμηλά και τις ψευτοτέρψεις, για τα υψηλά για τα μεγάλα και αιώνια.  Να υψώνουμε συνέχεια τους εαυτούς μας προς τα ουράνια, εκεί που υπάρχει το μέγα ύψος, εκεί που υπάρχει ο Σταυρός, εκεί που υπάρχει η σωτηρία.

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΦΤΑΙΕΙ ;

Στον αύλειο χώρο κάποιας καφετέριας, στην κεντρική πλατεία της Κισάμου, συνάντησα μια παρέα νεαρών θαμώνων, ηλικίας περίπου δεκατριών ή δεκατεσσάρων χρονών, να απολαμβάνουν το ποτό τους και να συζητούν τα νεανικά τους προβλήματα. Όταν εντόπισα ότι κρατούσαν τσιγάρο και κάπνιζαν, τότε πλησίασα τα παιδιά διακριτικά, τα χαιρέτησα και μεταξύ σοβαρού και αστείου τους είπα. Παιδιά, πόσο θα σας δώσω να σταματήσετε σήμερα αυτό το επικίνδυνο και ανθρωποκτόνο  τσιγάρο. Εκείνα μου απάντησαν με ευγένεια. Πάτερ, το συνηθίσαμε και είναι δύσκολο, αλλά θα προσπαθήσουμε. Τους εξήγησα βέβαια το λάθος που κάνουν και το πόσο πολύ ζημιώνουν το εαυτόν τους. Αυτό όμως το περιστατικό έγινε  η αφορμή να σκεφτώ βαθύτερα και να φιλοσοφήσω πάνω στο θέμα.

Ασφαλώς, ανέκαθεν οι νέοι κάπνιζαν για να δείχνουν μεγάλοι, αλλά παράλληλα προσπαθούσαν να κρύβονται και να μη γίνονται αντιληπτοί, γιατί το κάπνισμα μπροστά σε μεγάλους, εθεωρείτο ασέβεια και φαινόμενο ανεπίτρεπτο για μαθητές και γενικά νέους. Όμως, χωρίς να θέλω ούτε και στο ελάχιστο να υποτιμήσω τον μεγάλο και σοβαρό κίνδυνο που προέρχεται από το κάπνισμα στην υγεία των νέων παιδιών μας, βλέπω το φαινόμενο από ευρύτερη σκοπιά και προσπαθώ να ερμηνεύσω και να εξηγήσω ποιο, ή ποιά είναι τα αίτια του κακού.

Όλοι βεβαίως είμαστε εναντίων του καπνίσματος των παιδιών (εγώ και των μεγάλων) και πιστεύω ότι, δεν υπάρχει λογικός άνθρωπος που να το δικαιολογεί. Όμως το κάπνισμα των παιδιών είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο, στην εμφάνιση και ανάπτυξη του  οποίου ατυχώς έχουν συμβάλει πολλοί από εκείνους που σήμερα κόπτονται, διαμαρτύρονται ή δήθεν ανησυχούν για την εξάπλωσή του.

Η διάδοση του καπνίσματος στα παιδιά δεν είναι ανεξάρτητη από τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί μέσα στην κοινωνία γι’ αυτά. Όταν η τηλεόραση και γενικά τα μέσα επικοινωνίας διαφημίζουν έμμεσα αν όχι άμεσα το τσιγάρο και το εμφανίζουν σαν δείγμα ανδρισμού, όταν μέσα στις καφετέριες, τα κλάμπ και τις ντισκοτέκς αφήνονται ελεύθερα τα παιδιά να μιμούνται αυτό που βλέπουν, όταν τονίζεται για τους γνωστούς δημαγωγικούς λόγους η αυτονομία των παιδιών από τους γονείς τους και από την οικογένεια και σπάνε τον ιερό δεσμό μ’ αυτήν, όταν μέσα στις παιδικές ψυχές καλλιεργείται το ψυχικό κενό   και η τεμπελιά έρχεται να καταλάβει τη θέση της δημιουργικής απασχόλησης, όταν τα αγνά ιδανικά που κάποτε πυρπολούσαν τις καρδιές των νέων μας σήμερα δυσφημούνται ότι τάχα είναι ξεπερασμένα και σκοταδιστικά, όταν οι νέοι στερούνται τη δυνατότητα να εξελιχθούν ομαλά και να διεκδικήσουν με τιμιότητα μια θέση στο κύκλωμα των ανθρωπίνων σχέσεων, όταν έχει καθιερωθεί να θωπεύονται και οι ποιο παράλογες αξιώσεις των παιδιών από μερικούς γονείς και όταν γίνεται συντονισμένη προσπάθεια να στραφούν τα ενδιαφέροντα των νέων μας από τα σοβαρά ζητήματα και προβλήματα στα επουσιώδη και δευτερεύοντα πράγματα, τότε γιατί να παρεξηγούμε τα παιδιά που στρέφονται προς το κάπνισμα.

Φοβούμαι ότι, εκεί που έχουν φθάσει σήμερα τα πράγματα, το κάπνισμα εμφανίζεται σαν η αθωότερη μορφή της παιδικής ψυχαγωγίας.  Εδώ γίνεται λόγος για διακίνηση ναρκωτικών, ακόμα και σκληρών, ανάμεσα σε μαθητές, για αύξηση των αμβλώσεων σε μαθήτριες, για ξέφρενη πορεία στην πορνεία, για χρήση και κατάχρηση στα ποτά μπόμπα, που δυστυχώς ελεύθερα κυκλοφορούν και στο τελευταίο ξενυχτάδικο, για   παραλυσία και  παρασιτικό βίο. Και γενάτε το ερώτημα.  Όλα αυτά  είναι ξεκάρφωτα και ουρανοκατέβατα; Ασφαλώς όχι. Όλα αυτά, παρέα με τα υπόλοιπα που μαστίζουν την κοινωνία, είναι καρποί της ζωής μας, όπως την φτιάξαμε, είναι προϊόντα του πολιτισμού μας, όπως τον καταντήσαμε, είναι απάντηση στην πορεία μας όπως την χαράξαμε.

Λοιπόν, τώρα κύριοι σύγχρονοι πολιτευτές, οδηγητές, φωτιστές και δημαγωγοί των νέων μας, χαρείτε. Αυτό που προσπαθούσατε χρόνια να επιτύχετε, δηλαδή να γκρεμίσετε τα ιερά αναχώματα  της Πατρίδας μας, το καταφέρατε.   Θερίσετε λοιπόν τώρα και απολαύσετε αυτό που σπείρατε και μαζί σας ας απολαύσουν και οι  πολιτισμένες  οικογένειες, αλλά  και  η κοινωνία που σας ακολουθεί.

Εμμανουήλ Μπαργωτάκης

Πρωτοπρεσβύτερος  Αρχιερατικός Επίτροπος

Η ΕΙΛΙΚΡΙΝΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ

« Ήλθεν… αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτος ειμί εγώ.» Τιμ.α΄15.

 

Ο Απόστολος των εθνών Παύλος, ο οποίος εδίωξε την εκκλησία του Χριστού και θανάτωνε ανηλεώς τους χριστιανούς οπαδούς της, μετά την μετάνοιά του και γνωριμία του με τον Χριστό, διατήρησε στα βάθη της καθαρής πλέων καρδιάς του την φλόγα της πίστεως, την συντριβεί και την ταπείνωση.

Η ζωή του, ως καιομένη λαμπάδα διέγραψε θεία πορεία και μέσα από τα δεσμά, τις στερήσεις, τις κακουχίες, τους κινδύνους και τις φυλακές, έγινε υπόδειγμα και τύπος των πιστών « εν πάσι ».

Σε μια από τις επιστολές του ο μεγάλος αυτός Απόστολος, ανοίγει τα τρίσβαθα της ψυχής του και φανερώνει στον Τιμόθεο το βάθος και το ύψος της τελικής βαθμίδας στην οποία κινείται η ταπείνωση του.

«Τέκνον Τιμόθεε… Χριστός Ιησούς ήλθεν εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτος ειμί εγώ.»Τιμ. α΄15.

Ο Παύλος, ο κορυφαίος Απόστολος, πρώτος των αμαρτωλών! Ναι έτσι το γράφει, έτσι το αισθάνεται και το διακηρύττει και ασφαλώς δεν είναι μόνο πραγματικότητα αλλά ξεχείλισμα της βαθειάς ταπείνωσης  του. Της ταπείνωσης εκείνης με την οποία έχει στραμμένη την προσοχή του μόνο προς τον εαυτό του, βλέπει το αμαρτωλό παρελθόν, ενθυμείτε τα λάθη, τις πτώσεις και τα σφάλματά του  και ουδόλως  βλέπει τα πταίσματα και τα λάθει των άλλων.

Της ταπείνωσης, με την οποία αναγνωρίζει σαν λυτρωτή και Σωτήρα του τον Κύριο και δίνεται ολότελα σε’ εκείνον και στο θέλημά του. Της ταπείνωσης η οποία οδηγεί πλήθη ανθρώπων στην επίγνωση της αλήθειας, της κατά Θεόν ζωής και αληθινής σωτηρίας. Αυτής της αληθινής επίγνωσης του εαυτού του  και αυτής της ταπείνωσης, έκφραση και ξεχείλισμα υπήρξε η διαβεβαίωση του Παύλου, ότι είναι ο αμαρτωλότερος όχι μόνο των αμαρτωλών, αλλά πάντων των ανθρώπων.

Η υψοποιός   ταπείνωση κατά τους πατέρες της εκκλησίας μας, δεν είναι μια ψευδαίσθηση, ούτε μια τάση να υποβιβάζουμε την αξία μας, αλλά είναι η αληθινή γνώση του εαυτού μας. Καθένας που αγνοεί την αλήθεια αυτή, η αρνείται να την παραδεχθεί απλούστατα ζει σε ένα κόσμο φανταστικό, ψεύτικο και επίπλαστο. Αυτό μας διδάσκει ο θείος Παύλος, ο πρώτος των αποστόλων και αυτό τον δρόμο μας υποδεικνύει για να φθάσουμε με ασφάλεια στον τελικό προορισμό μας, την ουράνια πολιτεία του Θεού.

Άλλος δρόμος που οδηγεί και ανεβάζει στον ουρανό δεν υπάρχει. Η μόνη δύναμη που μπορεί να νικήσει την βαρύτητα της γης και να  ανεβάσει τον άνθρωπο στον θρόνου του Θεού είναι αυτή. Διαφορετικά όχι μόνο δεν θα πλησιάσει ο άνθρωπος τον Θεό, αλλά θα απομακρυνθεί απ’ αυτόν με όλες τις σοβαρές συνέπειες.

Ο υπερήφανος, του οποίου η πωρωμένη συνείδηση     επιμελώς κρύπτει τον κακό και αμαρτωλό εαυτό του και συνεχώς τον ωθεί να ασχολείται με τις πράξεις και τα λάθη των άλλων, δεν ευλογείτε από τον Θεό. Πλείστα χωρία του ιερού Ευαγγελίου αναφέρουν ότι « υπερηφάνοις ο Θεός αντιτάσσεται », αντίθετα, δίνει πλούσια την χάρη Του στους ταπεινούς την καρδία, δηλαδή σε όλους εκείνους που αναγνωρίζοντας τα λάθη τους καταφεύγουν με συντριβεί στο έλεός Του.

Ο άνθρωπος μπορεί να κάνει προσευχές, μπορεί να διαθέτει μέρος των χρημάτων και του πλούτου του, μπορεί να πραγματοποιεί έργα μεγάλα και σπουδαία και μάλιστα εν ονόματι του Χριστού, μπορεί να δείχνει αρετές και να κερδίζει τον θαυμασμό και την εκτίμηση των συνανθρώπων του, αν απουσιάζει απ’ αυτόν η ταπείνωση, τότε είναι ένα μηδέν. Γι’ αυτό και οι άγιοι Πατέρες της εκκλησίας θέλοντας να προβάλλουν ως πρώτη δύναμη πνευματικής ανάτασης του ανθρώπου την ταπείνωση, γράφουν. « Ο αισθηθείς των εαυτού αμαρτιών, μείζων του εγείροντος τους νεκρούς είναι.» Δηλαδή αυτός που με ταπείνωση συναισθάνεται τις αμαρτίες του είναι κατά πολύ ανώτερος  απ’ εκείνον που και θαύματα κάνει και νεκρούς ανασταίνει.

Ο Μέγας Βασίλειος διαβεβαιώνει ότι πολλοί από τους πειρασμούς, τις θλίψεις, τις δοκιμασίες και ταλαιπωρίες που κάνουν την ζωή του ανθρώπου μαρτύριο, οφείλονται στην έλλειψη ταπείνωσης. Ο άνθρωπος ο οποίος την στερείται, δεν μπορεί να έχει πρόοδο πνευματική. Μονίμος θα παραμένει πνευματικά νήπιος, χωρίς προκοπή ψυχής, χωρίς πρόοδο ζωής, αδύναμος και ελλιπής.

Μόνο όταν υπερπηδήσει τα εμπόδια της ατολμίας και αδυναμίας του, τα οποία τον παραπλανούν και δεχθεί την πραγματική ταπείνωση ως την ύψιστη αρετή,  μόνο όταν λοιδορούμενους προσεύχεται, διωκόμενος ανέχεται, βλασφημούμενος συγχωρεί και περιφρονούμενος αγαπά, τότε γίνεται ανίκητος. Η ψυχή του γαληνεύει, η ζωή του ομορφαίνει και διά της ύψιστης αυτής δύναμης φθάνει στην τελειότητα.

Γι’ αυτό τολμώ αδελφοί να παρακαλέσω την αγάπη σας, με όλη την δύναμη της ψυχής μας να αγαπήσουμε αυτή την σπουδαία αρετή, να την εκτιμήσουμε, να την εφαρμόσουμε και με αυτή να αγωνισθούμε για να απαλλάξουμε τον εαυτό μας από κάθε λάθος και πάθος, για να μπορέσουμε να προσφέρομαι αγάπη και βοήθεια και στον άλλο τον άνθρωπο, τον συνάνθρωπο, που τόσο έχει ανάγκη.

ΤΟ ΘΕΙΟΝ ΒΡΕΦΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΒΡΕΦΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

 

« Δεύτε ίδωμεν πιστοί που εγεννήθη ο Χριστός »

Με τον λόγο αυτό μας κάλεσε  η Eκκλησία  να εορτάσομε και πάλι τη γέννηση του Θείου βρέφους στον κόσμο. Μας κάλεσε να εορτάσομε την εορτή εκείνη που  είναι η πρώτη των εορτών της χριστιανοσύνης, η ημέρα κατά την οποία ολόκληρη η γη, εκστατική, περιμένει ν’ ακούσει τον ύμνο των Αγγέλων, το σάλπισμα του ουρανού « Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία »Λουκ.β.14

Κάλεσε ξανά όλους αυτούς που τον πιστεύουν, τον σέβονται, τον αγαπούν, αυτούς που τον λατρεύουν και τον προσκυνούν σαν Θεό και σωτήρα. Όχι τους άπιστους, όχι τους θεοπαίχτες και βλάσφημους, όχι εκείνους που με την πονηρία και πλάνη τους προσπαθούν να ισοπεδώσουν κάθε χριστιανικό, ορθόδοξο, γνήσιο, ακέραιο και αληθινό, και στη θέση του να βάλουν τα κάλπικα, τα επικίνδυνα και ξενόφερτα των καιρών.

Αν εκείνη την Άγια νύκτα κατέβαιναν Άγγελοι από τον ουρανό, κρατώντας όχι σάλπιγγες  για να ψάλουν ύμνους και θεία εμβατήρια στον νηπιάσαντα Κύριο, αλλά βιβλία για να ελέγξουν και να καταγράψουν τους πιστούς της γης, πόσους Θεέ μου θα εύρισκαν;

Πόσοι έχουν την ταπείνωση, την αγάπη και την απλότητα  εκείνων των ποιμένων της βηθλεέμ που έσκυψαν και  προσκύνησαν το θείο βρέφος; Πόσοι νιώθουν τη λαχτάρα των σοφών Μάγων της ανατολής που μήνες περιπλανήθηκαν με μοναδικό οδηγό το φωτεινό αστέρι, για να τον βρουν να τον προσκυνήσουν και να του προσφέρουν την αγάπη και τα δώρα τους;

Πόσες οικογένειες αντιγράφουν στη ζωή των το παράδειγμα της Αγίας οικογένειας, του Ιωσήφ, της Θεοτόκου Μαρίας, και του νηπίου Χριστού και  έχουν το ιερό αυτό τρίπτυχο ως πρότυπο και οδηγό τους;

Πόσοι σηκώνουν τα μάτια μα και την ψυχή και τα απομακρύνουν από την φθαρτή ύλη, για να ατενίσουν  τα άφθαρτα κάλλη της σωτηρίας;

Αδελφοί, γεννήθηκε και πάλι ο Χριστός για να μας καλέσει όλους ξανά να τον πλησιάσομε, να αναθεωρήσομε τα λάθη της ζωής μας, να νιώσομε την ελπίδα της παρουσίας Του, να γευθούμε την πλούσια αγάπη Του, να πορευθούμε τον δρόμο της Eκκλησίας Του για να αξιωθούμε και της ουρανίου αγαλλιάσεως και χαράς.

Γεννήθηκε  για να φθάσει μέχρι τον Γολγοθά και το Σταυρό, να θεώσει τον «πεπτοκότα» άνθρωπο και να δώσει σ’ αυτόν την ευκαιρία να ξανά αποκτήσει το προ της πτώσεως κάλλος του.

Γεννήθηκε βρέφος, τέλειος άνθρωπος, για να τιμήσει τα βρέφη τα οποία όπως γνωρίζουμε την προχριστιανική αρχαία εκείνη εποχή στον κόσμο ήταν μια τάξη ανθρώπων που την περιφρονούσαν και την ποδοπατούσαν οι κάθε λογής ισχυροί της γης.

Γεννήθηκε ξανά στη γη για να ελέγξει την αμαρτία και την σύγχρονη θηριωδία των ανθρώπων, αλλά και να απαντήσει σ’ αυτούς που διακηρύσσουν και καθησυχάζουν τον λαό, ότι δήθεν όλα είναι καλά και ότι ευημερεί και προοδεύει. Γεννήθηκε για να περάσει από τον Ιορδάνη, το Σαραντάριο, το Θαβώρ και να φθάσει μέχρι το Γολγοθά, να θυσιαστεί « υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας » αλλά και να ελέγξει τους υιούς της απειθείας.

Και δεν εννοούμε εκείνους που έπεσαν σε λάθη. Όχι, το λάθος είναι ανθρώπινο. Εννοούμε αυτούς  που προάγουν την αμαρτία και διαστροφή, αυτούς τους κράχτες και διαφθορείς, αλλά και τους σύγχρονους Ηρώδες της γης, τους αιμοχαρείς φονιάδες που καθημερινά φονεύουν χιλιάδες λουλούδια του ουρανού, ανυπεράσπιστα άωρα  βρέφη.

Ω θείον βρέφος, πως μας ανέχεσαι; Πως η γη δεν σείεται εκ θεμελίων, πως δεν ανοίγει να μας καταπιεί; Φρίξον  Ήλιε, στέναξον η γη και συομένη  βόησον. Ντροπή !

Ντροπή σ’ εσένα μάνα φόνισσα που δε σου αξίζει να φέρεις το όνομα και τον άγιο τίτλο της μάνας, και σε σένα Νέρωνα που σπούδασες όχι την ιερή επιστήμη του Ιπποκράτη, αλλά την επιστήμη της σφαγής και της πολτοποίησης ανθρώπων.

Σ’ εσένα που καλύπτεσαι κάτω απ’ την άσπρη μπλούζα, που πρέπει να είναι μαύρη όπως και η ψυχή σου, ή κατακόκκινη γιατί είναι μουσκεμένη και πορφυρομένη από το αγνότερο αίμα της γης, το αίμα των νηπίων.

Νροπή  σε σένα οικογένεια που με την δικαιολογία  ότι δήθεν δεν έχεις να το συντηρήσεις, ή δεν μπορείς να το φροντίσεις, παραδίδεις το σπλάχνο σου στα χέρια ενός αιμοχαρούς γιατρού για να το πολτοποιήσει και το ρίξει στα απόβλητα των υπονόμων και ποταμών της πατρίδος μας. Ω άνθρωπε! Δεν ακούς τον μεγαλύτερο κατήγορο που ελέγχει  την συνείδηση σου; Δεν ακούς τις σπαρακτικές κραυγές του νηπίου που αποκεφάλισες; Δεν υπάρχει μια γωνιά στο σπιτικό σου για το παιδί σου; Δεν υπάρχει ένα ρούχο, η λίγο γάλα γ’ αυτό; Δεν έχεις! Έχεις όμως να σπαταλάς. Έχεις να καλοπερνάς, να ξενυχτάς, να κάνεις άσωτη και αμαρτωλή ζωή.

Γ΄αυτό το βρέφος, το δώρο του Θεού, που ποιος γνωρίζει πως το προόριζε, αφού δεν υπάρχει τόπος στο σπίτι σου υπάρχει τόπος στον ουρανό. Υπάρχει τόπος κοντά στο νήπιο Χριστό, γιατί εκεί καταλήγουν αυτά τα βρέφη και γίνονται μάρτυρες μέσα από το αίμα τους, μέσα από την δική σου κακία και μέσα από τα απαίσια και φονικά όργανα εκείνου του αδιάντροπου και αδίστακτου σφαγέα γιατρού. Όμως ο δικός σου ο τόπος είναι όχι στον ουρανό αλλά παρέα με τον διάβολο και με όλο το κομπολόι της αμαρτίας.

Αδελφοί μου, ο Θεός μας έγινε βρέφος, έγινε άνθρωπος, έγινε σωτηρία, λύτρωσης και αγιασμός για όλους εκείνους που με προθυμία τον δέχονται και τον προσκυνούν, αλλά και έλεγχος και τιμωρία για τους αμετανόητους και σκληρούς, για όλους κείνους που μηδέποτε ψέλλισαν το «Δόξα σοι Κύριε, και το Μνήστητί μου εν τη Βασιλεία σου. »

ΕΛΛΑΔΑ Η ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΤΙΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ

Ὁλόκληρο τό ἔτος, ἀλλά ἰδιαίτερα τούς μῆνες τούς καλοκαιρινούς πού οἱ μουσαφήριδες πληθαίνουν, ἡ ὄμορφη Κρήτη μας, ἀλλά γενικά ἡ εὐλογημένη Πατρίδα μας γίνεται ἕνα ἀπέραντο ξενοδοχεῖο. Ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, λειτουργεῖ τό ἐθνικό μεγαλεῖο πού χαρακτηρίζει τήν χώρα μας, ὡς χώρα φιλοτιμίας καί φιλοξενίας.

Στή χώρα μας, τή χώρα τοῦ φωτός, τοῦ πνεύματος, τῶν παραδόσεων καί τοῦ πολιτισμοῦ, ἡ φιλοξενία δέν εἶναι μία ἐπιβεβλημένη ἀβρότητα, ἀλλά ἕνας τρόπος ζωῆς. Ἕνας τρόπος πού κληρονομεῖται ἀπό γενιά σέ γενιά, μέ πρῶτο διδάξαντα τόν Ξένιο Δία, τύπο καί σύμβολο ἑνός ἄλλου προτύπου, πού κι ὅταν ἀκόμη «φιλοξενεῖται» εἶναι Ἐκεῖνος πού οὐσιαστικά φιλοξενεῖ.

Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, δέν εἴμαστε τίποτε ἄλλο παρά μιμητές ἑνός Θεοῦ ἀληθινοῦ, φιλόξενου καί φιλάνθρωπου, πού μᾶς φιλοξενεῖ σ’ αὐτή τήν εὐλογημένη γῆ τῶν πατέρων μας καί μᾶς φιλεύει καθημερινά μέ χίλια δύο καλά καί ἀγαθά.

Εἴμαστε ἀκόμη, θεράποντες καί οἰκονόμοι τῶν δικῶν Του ἀγαθῶν καί δωρημάτων πρός ὅλους ἐκείνους τούς ἐνδεεῖς καί ἀναγκεμένους, τούς περαστικούς καί ἐπισκέπτες, τούς ντόπιους καί ξένους, πού μένουν περισσότερο ἤ λιγότερο στή Χώρα μας καί αὐτές οἱ Ἑλληνικές καί Ὀρθόδοξες καταβολές συντελοῦν ἔτσι ὥστε ἡ φιλοξενία νά συνιστᾶ τήν οὐσία τοῦ ἀνατολικοῦ χριστιανικοῦ τρόπου ζωῆς, ὅπως χαρακτηριστικά ἔγραψε σέ ἄρθρο του ἕνας ξένος ὀρθόδοξος φίλος καί θαυμαστής της χώρας μας.

Ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος Παῦλος γνώριζε καλά τό μέγεθος τῆς ἀρετῆς αὐτῆς ὅταν παράγγελνε: «τῆς φιλοξενίας μή ἐπιλανθάνεσθε, διά ταύτης γάρ ἔλαθόν τινες ξενίσαντες ἀγγέλους » (Ἑβρ.ιγ΄1-2), δηλαδή, μή λησμονᾶτε τήν φιλοξενία, γιατί μέ αὐτήν μερικοί, χωρίς νά τό ξέρουν ἐφιλοξένησαν ἀγγέλους.

Ἴσως τά σπίτια μας, τά ἑστιατόρια καί τά ξενοδοχεῖα μας, δέν μποροῦν νά μεταβληθοῦν σέ τόπους καθημερινῆς δωρεάν διαμονῆς, τροφῆς καί στέγης, ὅμως ἐκεῖνο πού δίδουν καί παρέχουν εἶναι ἡ ὑποδοχή, ἡ καλή διάθεση, ἡ εὐγένεια καί ὁ καλός ὁ λόγος, τό χαμόγελο καί ἡ ἐξυπηρετικότητα, ἀλλά προπάντων ἡ ποιότητα παροχῆς τῶν πάσης φύσεως ὑπηρεσιῶν, πράγματα πού δέν πληρώνονται μέ τό κανένα συνάλλαγμα οὔτε καί ἀνταλλάσσονται ἀλλά παρέχονται δωρεάν.

Στό φιλόξενο νησί μας, τήν Κρήτη, δεχόμαστε καί ὑποδεχόμαστε κάθε ἄνθρωπο στά σπίτια καί τά καταστήματά μας, ὄχι μονάχα γιά τήν ἀποκόμιση κέρδους, ἀλλά περισσότερο σάν ἄνθρωπο καί συνάνθρωπο, σάν ὑψηλό ξένο καί οἰκεῖο ἐπισκέπτη, τόν φιλεύομε καί τόν κερνοῦμε, ρακή καί καλούδια, ἀλλά προπάντων τοῦ δείχνομε τήν χαρά τῆς ἐπισκέψεώς του, πράγμα πού ἀναγνωρίζουν οἱ πάντες καί ὁμολογοῦν ὅτι τέτοια φιλοξενία ἔχει ἀνάγκη ὁ σημερινός κόσμος, ὁ ὁποῖος ἀσφυκτιά ἀπό τίς ραγδαία φθίνουσες ἀνθρώπινες σχέσεις.

Μιά τέτοια φιλοξενία στήν Κρήτη καί γενικά σ’ ὅλη τήν ἐπικράτεια τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, ἐκ μέρους ποιμένων καί λαοῦ, πού ἀπό τά λόγια περνάει στήν πράξη, φτάνει καί περισσεύει γιά νά προβάλλει τήν χώρα μας καί νά δώσει νόημα στίς ἐπιγραφές πού καλοσωρίζουν τούς ξένους καί τούς ντόπιους στίς πόλεις καί τά χωριά μας: (welcome) «Καλῶς ὠρίσατε »!

Ἄν ἡ φιλοξενία ἤ τό πνεῦμα τῆς φιλοξενίας εἶναι τρόπος ζωῆς γιά τούς Ἕλληνες, δέν πρέπει βέβαια νά συγχέεται μέ ἐκεῖνα τά ἐλάχιστα τά ὁποῖα συμβαίνουν καί γίνονται, μεμονωμένα ἤ ὁμαδικά περιστατικά, τά ὁποῖα ἀμαυρώνουν τήν χώρα καί τόν πολιτισμό της. Βεβαίως, ὅταν οἱ πάντες ἀδιάκριτα γίνονται δεκτοί στή χώρα μας καί οἱ πάσης φύσεως ἰδεολογίες ἐπίσης γίνονται ἀποδεκτές, πράγμα πού δέν ἀποτελεῖ ἐθνικό ἀπόρρητο ἀλλά κοινό μυστικό, τότε τά πράγματα γίνονται δύσκολα μέ ἀποτέλεσμα νά δημιουργοῦνται ἐντάσεις καί προβληματισμοί.

Ἐπανειλημμένως, οἱ ἴδιοι, οἱ φιλοξενούμενοι ξένοι στή χώρα μας κρούουν τόν κώδωνα τοῦ κινδύνου καί μᾶς διαμηνύουν. «Μήν νοθεύετε τήν Ἑλλάδα… Κάθε τί ξένο πού ἀλλοιώνει τήν γοητεία της εἶναι ἱκανό γιά νά διώξει τούς ἀληθινούς φίλους της».

Οἱ ἐπισκέπτες πού μᾶς ἔρχονται, εἰδικά οἱ ξένοι, δέν περιμένουν ἀσφαλῶς νά βροῦν οὔτε πιστά οὔτε κακά ἀντίγραφα τοῦ δικοῦ τους τρόπου ζωῆς. Αὐτά τά ἔχουν σέ ἐπάρκεια στήν χώρα τους, ἔρχονται νά ζήσουν καί νά ἀπολαύσουν, ἔστω καί γιά λίγο, τό ἄρωμα μιᾶς χώρας μέ πρωτόγνωρη φιλοτιμία, ἀνεπανάληπτη φιλοξενία, ἀπέραντο σεβασμό, κουλτούρα καί πολιτισμό. Ἔρχονται νά γνωρίσουν ἀπό κοντά τίς ἀρχαιότητες, τούς βωμούς καί τά μοναστήρια της, τά μνημεῖα καί τούς τάφους της καί νά μάθουν ὅτι, ὅταν οἱ πλεῖστοι τῶν λαῶν, ὅταν ἦταν τρωγλοδύτες, ἡ χώρα τοῦ φωτός ἔκτιζε Παρθενῶνες καί Ἐρέχθεια καί δίδασκε πολιτισμό καί μεγαλεῖο.

Ἔρχονται γιά νά ἀκούσουν τήν ἱστορία τῶν Ἡρώων καί τῶν πολεμάρχων, τῶν Ἁγίων καί τῶν Μαρτύρων, τῶν ἀρχαίων σοφῶν καί ποιητῶν, πού ἡ σοφία καί ἡ γνώση των ἀλλά καί τά ποιήματά των διδάσκονται στά πλεῖστα ξένα πανεπιστημιακά ἱδρύματα.

Γι’ αὐτό ἔρχονται, γι’ αὐτό τούς θέλομε, γι’ αὐτό τούς καλοῦμε καί τούς κατευοδώνουμε μέ τήν ἐλπίδα ὅτι τό μυαλό των καί οἱ ἀποσκευές των γέμισαν μέ τά ὡραιότερα καί ὠφελιμότερα πνευματικά καί ὑλικά ἀγαθά καί ἐφόδια πού διαθέτει ἡ εὐλογημένη ἀπό τόν Θεό χώρα μας.

ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΑΠΟ ΕΚΕΙΝΑ ΠΟΥ ΕΖΗΣΑ ΚΑΙ ΑΚΟΥΣΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΥΡΩ ΕΙΡΗΝΑΙΟ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

 

Με απέραντο σεβασμό στη μνήμη, το πρόσωπο, το έργο και την προσφορά του μακαριστού Γέροντός μας και παππού της Κρήτης κυρού Ειρηναίου Γαλανάκη, θα αναφέρω λίγα από τα άπειρα που έζησα, άκουσα και διδάχτηκα στην εικοσιπενταετή διακονία μου πλησίον του και παρά τους πόδας Του.

Εκ του σύνεγγυς, όπως και πολλοί άλλοι  ιερείς και λαϊκοί  της Μητροπόλεώς μας, άκουσα τους παλμούς της ανήσυχης Αρχιερατικής καρδιάς Του, γνώρισα την σοφία των λόγων, των έργων και των πράξεών Του και διδάχτηκα από την πείρα της αγάπης Του και το μεγαλείο της ψυχής Του.

Κάθε κίνηση, απόφαση και πράξη του μακαριστού παππού Ειρηναίου ήταν και ένας καρπός του Αγίου Πνεύματος ο οποίος παραμυθούσε, οδηγούσε, ενίσχυε και αγίαζε τον λαό. Η κάθε κίνηση και απόφαση Του, μετρημένη, προσεγμένη και άλατι Θεού ητριμένη,  δεν άφηνε κανένα περιθώριο σε κληρικούς και λαϊκούς να την αμφισβητήσουν αλλά οι πάντες την αποδέχονταν, ωφελούνταν και εύρισκαν την ενδεδειγμένη, σοφή και σωστή λύση στα ποικίλα προβλήματά τους.

ΑΠΑΝΤΗΣΕ ΤΟ ΧΩΜΑ

Σε κάποιο χωριό της Κισάμου, δύο γειτονικές οικογένειες φιλονικούσαν καιρό. Η διαφορά τους ήταν στο όμορο χωράφι τους λίγα μέτρα γης την οποία διεκδικούσαν και οι δυο. Καθημερινά διαπληκτισμοί, καυγάδες και ύβρεις, με αποτέλεσμα ολόκληρο το χωριό να ζει μια αφόρητη κατάσταση.

Κάποια μέρα που η μια οικογένεια πήγε για να καλλιεργήσει το χωράφι της βρέθηκε κοντά στους άλλους τους αντιφρονούντες που και εκείνοι ήταν στο δικό τους  το χωράφι. Θέλεις το πάθος και η κακία, θέλεις ο Διάβολος, άναψαν σιγά – σιγά τα αίματα και πιάστηκαν στα χέρια. Με σκαπάνια και φτυάρια, ξύλα και πέτρες απειλούσαν ο ένας να σκοτώσει τον άλλο. Από τις φωνές μαζεύτηκαν οι χωριανοί που για ώρα προσπαθούσαν να τους ηρεμίσουν και να κατευνάσουν τα πνεύματα. Ο παπάς της ενορίας μη γνωρίζοντας πώς να βοηθήσει, έτρεξε και μίλησε στο τηλέφωνο με τον μακαριστό παππού. « Σεβασμιώτατε, τρέξτε γρήγορα, στο χωριό μου σκοτώνονται δυο οικογένειες ». Ακούγοντας ο Δεσπότης και καλός ποιμένας την κατάσταση, μέσα σε λίγη ώρα ανταποκρίθηκε και έφθασε στο σημείο.

« Παιδιά μου τι έχετε; Τι επάθατε; Ποια είναι η διαφορά σας »; «Μου πήραν το χωράφι μου, έλεγε η μια πλευρά, το ίδιο ισχυριζόταν και η άλλη ». Ο Δεσπότης αφού έβλεπε τον κίνδυνο και ότι δεν υπάρχει καταλλαγή και συμφωνία, τους φώναξε αυστηρά. « Σταματήστε! Κάτω τα ξύλα και τα φτυάρια κι εγώ θα ρωτήσω την γη που διεκδικείται τίνος είναι ».

Όλοι περίμεναν να δουν τι θα πράξει. Εκείνος γονάτισε, πλησίασε το στόμα του στο χώμα και άρχισε να ψιθυρίζει. Έστησε μετά το αυτί του για να πάρει δήθεν από το χώμα  απάντηση. Με απορία οι αντιμαχόμενοι περίμεναν για να  τον ακούσουν. Κι εκείνος, με αυστηρό ύφος τους είπε. « Για ακούστε, μου είπε ότι δεν ανήκει ούτε σε εσάς, ούτε στους άλλους, εσείς ανήκετε σ’ αυτό που σύντομα θα μπείτε μέσα και σας σκεπάσει ». Ευτυχώς, οι άνθρωποι εκείνοι φιλοσόφησαν την σοφή κίνηση και ενέργεια του Γέροντα, κατάλαβαν το λάθος τους, έδωσαν τόπο στην οργή και συμφιλιώθηκαν με αγάπη.

ΔΥΟ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΕΙΡΗΝΕΥΟΥΝ

Όταν το έτος 1957 ο μακαριστός γέροντας χειροτονήθηκε Επίσκοπος και ποιμενάρχης της ιστορικής τότε Επισκοπής Κισάμου και Σελίνου και εγκαταστάθηκε σ’ αυτήν, θεώρησε ως πρώτο μέλημά του και καθήκον του να περάσει από τις επαρχίες της Επισκοπής του για να δει και να γνωρίσει το ποίμνιό του.

Την δεύτερη Επαρχία το Σέλινο, τότε που τα αυτοκίνητα ήταν ελάχιστα και οι δρόμοι πρόχειροι, την επισκέφτηκε με ένα φορτηγό το οποίο κουβαλούσε πέτρες. Έμεινε για λίγες μέρες σε σπίτια ιερέων και από κει είτε πεζός είτε με ζώο πήγαινε στα χωριά και τις γειτονιές.

Όταν επισκέφτηκε κάποια γειτονιά στην ενορία Μαχιών, στην οποία κατοικούσαν μόνο τρεις γυναίκες, η πρώτη τον υποδέχτηκε και τον καλωσόρισε με τα λόγια. « Καλώς  όρισες Δεσπότη μας. Ήθελα με την ψυχή μου να σε δω και να σε γνωρίσω για να μου κάμεις μια χάρη ». Ο Γέροντας σταμάτησε και πίστευε ότι η γυναίκα θα του παραπονεθεί για τις δυσκολίες της ζωής, για την μοναξιά της, ή για κάποιο πρόβλημα της υγείας της. Αλλά εκείνη του είπε. « Έχω ακούσει ότι όταν πρωτοδείς τον παπά ή τον Δεσπότη, ότι του ζητήσεις να κάνει, εκείνο πιάνεται. Σε παρακαλώ λοιπόν να διαβάσεις αφορισμό σε κείνηνέ  την διπλανή μου, γιατί μού κλεψε το σχοινί της προβατίνας ». Ο Γέροντας μειδίασε και της απάντησε με σοβαρότητα. « Τι λες βρε παιδί μου, σου έκανε τέτοια μεγάλη κλεψιά »; «Ναι, γι’ αυτό θέλω να την τιμωρήσω». Με σοβαρό και επιβλητικό ύφος της απάντησε. « Ευλογημένη, τον αφορισμό τον ξέρεις, δεν ξέρεις όμως ότι αυτός μοιράζεται και πιάνει και τις δυο, κι εσένα κι αυτή και μέχρι τα παιδιά και τα εγγόνια σας θα φθάσει. Θέλεις να τιμωρηθείς κι εσύ μαζί της από τον Θεό »; « Όχι! Φώναξε αυτή» κι έκαμε το Σταυρό της ». «Ε τότε συχώρεσέ  την που σου πήρε μόνο το σχοινί αλλά σου άφησε την προβατίνα και σου υπόσχομαι ότι εγώ θα στείλω  και στις δυο σας μια ολόκληρη κουλούρα σχοινί  για να δένεται τα ζώα σας ».

Σαν έμαθε η γυναίκα ότι το βάρος και η τιμωρία θα είναι μισή σε’ εκείνη και την οικογένειά της, μετανόησε και ακολούθησε το Δεσπότη μέχρι το σπίτι της γειτόνισσας. Εκεί δόθηκε η ευκαιρία στον Δεσπότη να τις συμφιλιώσει και να παραμείνουν αγαπημένες μέχρι το τέλος της ζωής των.

Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ  ΠΕΤΡΑΔΙΞΕ

Ήταν αρχές της πρώτης Αρχιερατείας του μακαριστού Γέροντα, όταν οι επίτροποι με πολλούς άλλους χωρικούς της Ενορίας Πλατάνου αποφάσισαν να ανεγείρουν μικρό Ναό επ’ ονόματι του Αποστόλου Παύλου σε σημείο του δυτικού άκρου της περιοχής Φαλασάρνων που ονομάζεται στου Παύλου, διότι κατά την παράδοση πέρασε από εκεί ο Απόστολος κατά την μεταφορά του προς την Ρώμη. Λέγεται ακόμη ότι μετά από θαλασσοταραχή και μεγάλο κίνδυνο ναυαγίου, αποβιβάστηκαν στην ακτή  και ως σήμερα φαίνονται τα πατήματά του πάνω στα βράχια και το γλυκό και γευστικό νερό που ανάβλυσε στο σημείο.

Κοινή απόφαση των κατοίκων ήταν ο Ναός να οικοδομηθεί  κοντά στο σημείο της αποβίβασης του Αποστόλου, αλλά τον τελευταίο λόγω τον είχε ο Δεσπότης ο οποίος κλίθηκε να δει το μέρος και να εκφράσει την γνώμη του. Όταν επισκέφτηκε κάποιο απόγευμα το μέρος αυτό και θαύμασε το κάλλος του, άλλαξε τα σχέδια των συγκεντρωμένων κατοίκων και υπέδειξε διαφορετικό σημείο οικοδομής του Ναού, από εκείνο που είχαν αποφασίσει.

Αυτομάτως, άρχισαν οι ενστάσεις, οι γκρίνιες και τα παράπονα. « Δεν μπορεί ένας άνθρωπος να παραγνωρίζει την γνώμη και την απόφαση τόσων άλλων και να περνά το δικό του. Δεν τον ακούμε αν είναι και Πατριάρχης. Για καλό τον κουβαλήσαμε εδώ »;

Ο μακαριστός  παπά Γιάννης Λουπασάκης ο οποίος ήταν παρών προσπάθησε  να τους ησυχάσει για να μην καταλάβει ο Δεσπότης την αντίδραση και τις άγριες διαθέσεις τους. Στάθηκε όμως αδύνατο και η κατάσταση όλο και περισσότερο αγρίευε. « Όχι δε θα του περάσει, έλεγε ο ένας στον άλλο ». Τότε ένας ψύχραιμος, ψηλός και ευθυτενής γέρων, που ήταν και επίτροπος στην Εκκλησία, ο μακαριστός Στεφανάκης Μανώλης ( Στεφανομανώλης ), παρ’ όλη την ηλικία των ενενήντα χρόνων του θέλησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις και να ηρεμίσει τα οξυμμένα πνεύματα. « Μωρέ, πόσο βάνεται στοίχημα να κάμω το Δεσπότη να πετραδίζει », ψιθύρισε στους συγχωριανούς του.

«Ποιος κατέει μωρέ παιδιά, πόσα μέτρα είναι από παέ μέχρι τη θάλασσα.   Να κάτεχα η πέτρα αν φτάνει στο γιαλό », φώναξε δυνατά, για να τον ακούσει ο Δεσπότης.

« Μπάρπα  Μανώλη, υπολογίζω περί τα εκατό πενήντα μέτρα πως είναι » είπε ο Δεσπότης και έπιασε από χάμω μια πέτρα να δοκιμάσει αν έφτανε στη θάλασσα. Τότε ο μπάρπα Μανώλης έβαλε το δάχτυλό του στον κρόταφο και τους είπε. « Ίντα σας είπα, δε σας είπα ότι ο Δεσπότης θα πετραδίξει, νάτονε ». Τότε ξέσπασαν όλοι σε γέλια, το κλήμα αποφορτίστηκε και ο Ναός τελικά έγινε στο σημείο που ο Δεσπότης υπέδειξε.

 

 

Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΦΟΒΕΡΙΖΕΙ ΓΑΙΔΑΡΟ

Η μακαριστή Φωτεινή Ανουσάκη δημοσιογράφος, η οποία κατήγετο από τον Πλάτανο Κισάμου και διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις με την Μητρόπολή μας και τον μακαριστό Γέροντα, ήταν μέλος ενός πανευρωπαϊκού συνδέσμου γυναικών υπαίθρου με πολλές δραστηριότητες. Τα μέλη του εν λόγω συνδέσμου, γυναίκες που κατήγοντο από δέκα και περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αποφάσισαν να ιδρύσουν στην Κρήτη ένα  μεγάλο ίδρυμα για τους σκοπούς του συνδέσμου αυτού και έψαχναν τον κατάλληλο χώρο.

Μετά από παρακλήσεις και ενέργειες, η τότε Κοινότητα Γραμβούσας πρότεινε να παραχωρήσει τέσσερα με πέντε στρέμματα γη στην αρχή του ακρωτηρίου Γραμπούσας, στη θέση Λεπιδόλακος.

Κάποιο καλοκαιρινό απόγευμα τους έτους 1985, με ειδοποιεί ο μακαριστός Γέροντας ότι πρέπει να βρεθούμε στο σημείο που η Κοινότητα προτείνει, να το δούμε από κοντά και να εκλέξομε περίπου τον κατάλληλο χώρο για την υπό σκέψη οικοδομή.

Μόλις φθάσαμε στο σημείο, και περιεργαζόμαστε την φύση τριγύρω, βλέπομε ένα αγριογάιδαρο απ’ εκείνους που βόσκουν ελεύθεροι στην περιοχή να έρχεται με μανία και γκαρίσματα κατ’ επάνω μας. «Σεβασμιώτατε, μας έφαγε» του είπα και προσπάθησα να προφυλαχθώ. Τότε αυτομάτως βλέπω τον Γέροντα να σηκώνει το μπαστούνι του και με άγριες φωνές και κινήσεις να τρέχει κατά το μέρος του ζώου. Ο γάιδαρος φοβήθηκε; Ο Θεός μας φύλαξε; Όμως τράπηκε σε φυγή προς αντίθετη κατεύθυνση.

« Σεβασμιώτατε γλιτώσαμε » του είπα και εκείνος μου απάντησε.

« Και ο Διάβολος παιδί μου φοβέρα θέλει. Όχι πως θα άφηνα ένας παπάς και ένας Δεσπότης να πάνε από γάιδαρο ».

 

ΘΑ ΛΥΣΟΜΕ ΑΦΟΡΙΣΜΟ

Ήταν ζεστό Αυγουστιάτικο απογευματινό του έτους 1988, όταν  απροειδοποίητα  έρχεται ο μακαριστός Δημήτρης Νικηφοράκης, ο επί χρόνια οδηγός του Γέροντα και μου λέει. «Ετοιμάσου γρήγορα, ο Γέροντας περιμένει στον δρόμο, να πάμε κάπου».

Πράγματι, σε λίγα λεπτά βρέθηκα στο αυτοκίνητο και αφού χαιρέτησα τον παππού τον ρώτησα με απορία. Σεβασμιώτατε, που θα πάμε με τέτοια ζέστη; « Θα πάμε παραπάνω, δεν ξέρεις παιδί μου ότι η ιεροσύνη είναι παντός καιρού »; Όταν περάσαμε τον Πλάτανο, πάλι τον ξαναρώτησα, Σεβασμιώτατε, που πηγαίνομε, όμως απάντηση δεν πήρα.

Μετά το Χωρίο Σφηνάρι, μόνος του ο Παππούς μου λέει. «Παιδί μου, πάμε να λύσομε ένα αφορισμό». Εγώ νέος ιερέας τότε, τρόμαξα, αλλά είχα και την περιέργεια να μάθω πως λύνεται αυτή η μεγάλη κατάρα.

Σε κάποια στροφή του δρόμου, κοντά στο χωριό Κάμπος περίμενε ο ιερέας της ενορίας π. Νικόλαος Κλωστράκης ο οποίος θα μας οδηγούσε μέχρι εκείνο το σημείο. Διανύοντας μια μεγάλη κατηφοριά φθάσαμε σε μια δασική περιοχή κοντά στη θάλασσα, όπου βρήκαμε συγκεντρωμένους περί τους εκατό ανθρώπους. « Τι έχετε παιδιά μου, τι επάθατε, γιατί είστε λυπημένοι », ρώτησε ο Παππούς. « Σεβασμιώτατε, σ’ αυτό εδώ το σημείο, λόγω ενός αφορισμού που διάβασε κάποιος   ιερέας παλιά για τους ζωοκλέπτες, έχουν σκοτωθεί, πνιγεί και τραυματιστεί επτά άτομα ».  Ο μακαριστός Γέροντας τους μίλησε με πατρικά λόγια  και τους είπε. « Ησυχάστε, από σήμερα θέλω να γαληνέψει η ψυχή σας και να ηρεμίσει και σας υπόσχομαι ότι δεν θα πάθει ξανά κανείς  τίποτα. Εγώ ήλθα παιδιά μου για να λύσω  και να  διαγράψω  αυτήν την αμαρτία και κατάρα, εγώ την παίρνω επάνω μου. Μόνο παιδιά μου, κοιτάξτε  να προσεύχεστε, να ειρηνεύετε και να ζείτε με αγάπη κοντά ο ένας στον άλλο και όλοι μαζί μέσα στην Εκκλησία ».

Τα λόγια και οι νουθεσίες του Γέροντα βρήκαν μεγάλη απήχηση στις ψυχές όλων εκείνων των ανθρώπων.  Μετά τις ειδικές ευχές που διάβασε όλοι γαλήνευσαν, χάρηκαν και του φιλούσαν τα χέρια. Κατά την επιστροφή μας, ο μακαριστός Γέροντας με ρώτησε να του πω τις εντυπώσεις μου. « Σεβασμιώτατε, χάρηκα πολύ που είδα ότι με τα λόγια και τις συμβουλές σας ηρέμισαν οι άνθρωποι » και εκείνος μου είπε. « Παιδί μου, είναι βασικό πράγμα ο παπάς και ο Δεσπότης να κρατούν σε ηρεμία των λαό τους. Αυτό που είδες να σου γίνει ένα καλό μάθημα».

 

ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΣΤΟ ΤΗΓΑΝΙ

Στο ακρωτήρι της Γραμπούσας υπάρχει χερσόνησος που πράγματι μοιάζει στο σχήμα με τηγάνι, γ’ αυτό πήρε και την ονομασία της, τηγάνι.

Πάνω σ’ αυτήν  τη χερσόνησο υπάρχει αρχαίος Ναός, πιθανόν από την ενετοκρατία που είχε καθιερωθεί από την οικοδόμησή  του στον Άγιο Γεώργιο. Κανένας από τους ντόπιους, ειδικά τους μεγαλύτερους, δεν θυμάται  το Ναό να λειτουργεί και να βρίσκεται σε δόξα, αλλά τον θυμούνται σε παρακμή,  ένα γιαπί, χωρίς πόρτες και παράθυρα που τα ζώα της περιοχής έμπαιναν μέσα και οι βοσκοί προστάτευαν τις τροφές των ζώων τους.

Μερικοί ευσεβείς κάτοικοι της  Γραμβούσας, σε συνεργασία με την Ενορία Καλυβιανής που τότε υπηρετούσα, το έτος 1984 αποφάσισαν να καθαρίσουν και να ανακαινίσουν τον Ναό, για να ξαναγίνει τόπος προσευχής και λατρείας.

Με πολύ προσωπική και επίπονη εργασία λόγω του δύσβατου τοπίου, με ζώα από την στεριά και με μικρά καΐκια από τη θάλασσα, μεταφέρθηκαν τα απαραίτητα υλικά και   έγιναν οι απαιτούμενες  εργασίες. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα κατασκευάστηκαν  πόρτες, παράθυρα, τέμπλο, εικόνες και γενικά ο εξοπλισμός και ο Ναός ετοιμάστηκε  για θυρανοίξια ή και εγκαίνια. Όταν το ανακοίνωσα στον μακαριστό Γέροντα ότι ο Ναός είναι έτοιμος, εκείνος χάρηκε και μου είπε « θάναι καλό παιδί μου να κάνομε εγκαίνια, για να μπορούν οι περαστικοί από στεριά και θάλασσα να κάνουν το Σταυρό τους ».

Τότε κλείσαμε την ημέρα  (21 Ιουνίου 1985) και ξεκινήσαμε να το ανακοινώνομε για να γίνει γνωστό και να συμμετάσχει ο κόσμος. Την παραμονή των εγκαινίων συγκεντρώθηκαν περισσότεροι από τριακόσιοι άνθρωποι, απ’ όλη την Κίσαμο ακόμα και από τα Χανιά, που έφθασαν με κάθε μέσον για να παραβρεθούν και να χαρούν το γεγονός.

Το εσπέρας τελέσαμε αγιασμό και τον εσπερινό των εγκαινίων και στην συνέχεια όλοι οι παραβρισκόμενοι δείπνησαν, απολαμβάνοντας ψάρια, βραστό και πιλάφι.

Για την καλύτερη εξυπηρέτηση του μακαριστού Γέροντα, είχε διατεθεί το Λιμενικό Σώμα να τον μεταφέρει το πρωί της ημέρας αυτής από το λιμάνι της Κισάμου.

Οι ιερείς με το εκκλησίασμα, ενώ περιμέναμε τον Δεσπότη, έρχεται το πλοίο του λιμενικού χωρίς αυτόν. «Δεν τον βρήκαμε, δεν ήλθε στο πλοίο να επιβιβαστεί, κάτι του συνέβη », μας είπαν.  Εγώ προσπάθησα να καθησυχάσω τους ανθρώπους που έλεγαν ότι μας γέλασε ο Δεσπότης.

Παιδία, ο Δεσπότης δεν το κάνει, έρχεται και έρχεται με τα πόδια.

Δεν πέρασε πολύ ώρα και φάνηκε απέναντι να κατεβαίνει τον κατήφορο μετά δύο ώρες πεζοπορία μέσα στον καυτό ήλιο του καλοκαιριού, συνοδευόμενος από δύο Γερμανούς φοιτητές. Όταν μια μικρή βάρκα τους μετάφερε απέναντι, εμείς οι ιερείς και πολλοί λαϊκοί,  κατεβήκαμε στην παραλία με την βυζαντινή σημαία για να τον υποδεχτούμε. Μόλις αποβιβάστηκε από το μικρό πλεούμενο μου λέει. «Παπά Μανώλη, δε μούφερες ένα γάιδαρο παρά μούφερες τη σημαία ». Εγώ Σεβασμιώτατε, τον είχα δεμένο στο λιμάνι, του είπα, αλλά εσείς θέλατε φαίνεται να δοκιμάσετε τα πόδια σας αν αντέχουν. Τότε όλοι χειροκρότησαν και φώναξαν, «Δεσπότη μας, είσαι παλικάρι και παλικάρι με πόδια σιδερένια ».

Ο Γέροντας τέλεσε τα εγκαίνια και την θεία Λειτουργία, ο λαός ευχαριστήθηκε, αλλά πιστεύω ότι οι δυο Γερμανοί φοιτητές δε θα  ξεχάσουν ποτέ το τροχάδην και την κούραση, αφού κρατούσαν και την βαλίτσα των ιερών του Δεσπότη στην πλάτη των.

 

ΠΕΣΩΝ ΠΡΙΝΟΣ

 

Στην δεύτερη επαρχία της Μητροπόλεώς μας το Σέλινο, λόγω του υψόμετρου, πέφτουν άφθονες βροχές, ακόμα και χιόνι. Σε ένα χωριό αυτής της επαρχίας, τα Τεμένια, κάποια νύκτα βαρυχειμωνιάς, έγειρε και ξεριζώθηκε ένας τεράστιος  πρίνος, ο οποίος καταπλάκωσε το δίπλα απ’ αυτόν σπίτι, με αποτέλεσμα να του επιφέρει μεγάλες ζημιές.  Ο ιερέας του χωριού αυτού, το πρωί, μαθαίνοντας το γεγονός σκέφθηκε να ενημέρωση τον Δεσπότη. Στο τηλεγράφημα που του έστειλε έγραφε επί  λέξη.

« Σεβασμιώτατε, νυκτός παρελθούσης, μέγας πρίνος παισών εφόνευσεν οικία. Παρακαλώ δια τα καθ’ ημάς ». Παπά Θεοφάνης.

Αυθημερόν, στο τηλεγράφημα του ιερέα, απάντησε ο Μητροπολίτης με τον ίδιο τρόπο και ύφος. « Βαθύτατα ελυπείθην   δια τον αδόκητον φόνον εις ενορίαν σας, και εντέλλομαι υμίν, ίνα δια ώμων ημών στηρίξετε ψυχάς και οικίαν ». Ο Κ & Σ Ειρηναίος.   Ο καλός ιερέας, φιλοσοφώντας την εντολή και τα λόγια του Επισκόπου του, κατάλαβε την ευθύνη του, παραμύθησε την παθούσα  οικογένεια και με εράνους και προσωπική εργασία πολλών χωριανών πρωτοστάτησε στην επιδιόρθωση του σπιτιού και δόθηκε τους ενοίκους του καλύτερο από πρώτα.

 

Εμμανουήλ Μπαργωτάκης

Πρωτοπρεσβύτερος

Αρχιερατικός Επίτροπος

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΝΟ Η ΧΑΡΑ

 

« Γύναι, τι κλαίεις;» (Ιω Κ΄13).

Μεγάλη εβδομάδα! Ημέρες θλίψης και πόνου. Ημέρες κατά τις οποίες κάθε χριστιανική ψυχή δονείται και πάλλεται, αλλά και κάθε συνείδηση υποκλίνεται στο θείο δράμα Του Κυρίου μας.

Εκατομμύρια ανθρώπινα μάτια, άλλο λιγότερο και άλλο περισσότερο, ρέουν δάκρια πόνου, συντριβείς και μετάνοιας, βλέποντας τον αναμάρτητο Λυτρωτή και Ευεργέτη, αιμόφυρτο επί του Σταυρού να παλεύει μόνος και αβοήθητος «υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας»

Αλήθεια, πώς μπορεί κανείς να μην κλάψει μπροστά στο θάνατο, αλλά και πώς θα αποφύγει τα δάκρια και θα συγκρατήσει τον πόνο της ψυχής του, μπροστά στον αποχωρισμό ενός αγαπημένου του προσώπου;

Και όταν δια του θανάτου οδηγείται στον τάφο όχι ένας οιανδήποτε άνθρωπος, αλλά ο γλυκύτατος Ιησούς, ο αναμάρτητος Θεός, ο Κύριος και Διδάσκαλος, ο φιλόστοργος ευεργέτης, πώς είναι δυνατόν να μη κλάψουν τόσες ευεργετημένες απ’ αυτόν ψυχές.

Γ’ αυτό και η Μαρία η Μαγδαληνή, η γυναίκα που πιστά και αφοσιωμένα ακολούθησε τον δάσκαλο και έκλαψε επί του Σταυρού, κλαίει και τώρα μπροστά στο  μνημείο που δέχθηκε την ζωή του κόσμου. Αλλά να, βλέπει μπροστά της δύο αγγέλους λευκοφορεμένους και αστράπτοντες και παρηγορείται. Σκέφτεται τι να τους πει, πώς να τους μιλήσει. Με πιο τρόπο η χοϊκή ανθρώπινη γλώσσα της θα ψελλίσει λόγο προς αυτούς.

Η τολμηρή Μαρία η οποία δεν λογάριασε κινδύνους, εκείνη που υπερπήδησε μεγάλες δυσκολίες, αυτή που παραμέρισε τα πάντα για να φθάσει μέχρι του τάφου, εκείνη που μαζί με της άλλες Μυροφόρες εξόδευσε χρήματα πολλά για να αγοράσει τα πολυτιμότερα μύρα και να αλείψει το καταπληγωμένο Άγιο σώμα του Διδασκάλου, μένει άφωνη όταν εντοπίζει ότι ο τάφος είναι καινός! Ο Κύριός της απών; Ποιος τον πήρε; Που τον έβαλαν; Αγωνία σφίγγει την καρδιά της. Δάκρια άφθονα τρέχουν από τα μάτια της και λυγμοί την συνταράσσουν ολόκληρη.

Όμως ακούει τους επισκέπτες του ουρανού με γλυκιά φωνή να την ρωτούν. « Γύναι, τι κλαίεις, Ανέστη ο Κύριος, ειπέ τοις μαθητές, ότι Ανέστη εκ νεκρών… ». Από εκείνη τη στιγμή τα πράγματα αλλάζουν. Έρχεται στη σκέψη της ο λόγος του Κυρίου. « και τη Τρίτη ημέρα αναστήσομαι ». Φαίνετε επαληθεύτηκε ο λόγος του Διδασκάλου. Ανέστη από των νεκρών. Λόγος για θρήνο δεν υπάρχει πια. Χαρά και αγαλλίαση πλημμύρισε την ψυχή της.

Ξαφνικά ακούει την ίδια φράση, αλλά από άλλο στόμα. « γύναι τι κλαίεις, τίνα ζητείς »;

Δεν το λέγουν άνθρωποι, ούτε και άγγελοι. Το απευθύνει  ο νικητής του θανάτου, ο αρχηγός της ζωής, ο Κύριος και Θεός της. Στα αυτιά της  το ερώτημα αυτό γίνεται γλυκιά μουσική, γίνεται ελπίδα, γίνεται χαρά και θεϊκή παρηγοριά. Τον αναγνωρίζει, σκουπίζει τα δάκρυα, σταματά τους θρήνους, ευφροσύνη την καταλαμβάνει και ανακράζει  πέφτοντας στα πόδια Του. « Ραβουνί, ο λέγεται, διδάσκαλε ».

Από τη στιγμή εκείνη η Μαρία δε γνωρίζει τίποτε άλλο από τη χαρά της Αναστάσεως και μεταφέρει στους μαθητές το μήνυμα της μεγάλης νίκης κατά του θανάτου.

Το ίδιο ακριβός ερώτημα απευθύνει ο Κύριος σε κάθε πονεμένη χριστιανική ψυχή. Γιατί χριστιανέ κλαίεις; Γιατί θρηνείς απαρηγόρητα το θάνατο των προσφιλών σου; Γιατί κατακυριεύεσαι από τους στεναγμούς και το πένθος; Από το θάνατο ανέτειλε η ζωή. Από τον τάφο έλαμψε η ελπίδα. Από την Ανάσταση ξεπήδησε η χαρά. Γιατί λοιπόν κλαίεις; Ανέστη Χριστός και ο θάνατος μηδενίσθηκε. Ανέστη Χριστός και ο Άδης νεκρώθηκε. Ανέστη Χριστός και αφθαρσία για τους ανθρώπους ανέτειλε.

Μόνο εκείνοι «οι μη έχοντες ελπίδα » ( Εφεσ. Β΄12) μπορούν να θρηνούν απαρηγόρητα, γιατί τι μπορούν να ελπίζουν; Η ελπίδα την οποία δίνει ο Χριστός δεν υπάρχει για κείνους. Γιατί δεν τον πιστεύουν, δεν τον θέλουν, δεν τον παραδέχονται ως Σωτήρα και Λυτρωτή τους.

Εσύ όμως χριστιανέ, παιδί και φίλε του Γλυκού Ναζωραίου, έλπιζε και παρηγορήσου. Στρέψε τα μάτια της ψυχής σου προς το λαμπρό και ζωηφόρο φώς της Αναστάσεως και κοίταξε εκεί πέρα τη ζωή, που δεν τελειώνει ποτέ. Είναι η αιώνια ζωή κοντά στον Αναστημένο Χριστό, που κατάργησε τον θάνατο και χάρισε στους οπαδούς Του την Ανάσταση και την Αθανασία. Ακολούθησε πιστά και αφοσιωμένα τον Δάσκαλο, δώρισε Του τα δικά σου μύρα, τα μύρα των δακρίων σου, της αγάπης σου και της ευγνωμοσύνης σου και τότε ως γνήσιος μυροφόρος θα απόλαυσης την χαρά της παραδείσιας ατέλειωτης Αναστάσεώς Του.