ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΠΙΣΤΟ ΛΑΟ ΜΑΣ

Μεγάλη Αγία εβδομάδα!  Ώρες και ημέρες πόνου και αγωνίας, θυσίας και πάθους, Σταυρού και Ανάστασης, που η Ορθοδοξία μας στο σύνολό της κάθε χρόνο τις περιμένει   με αγωνία, για να   συμμετέχομε  όλοι εμείς το πλήρωμά της στο  θείο δράμα, να δακρύσουν τα μάτια μας και να ματώσουν οι καρδιές μας για όσα  υπέφερε ο Κύριος και Θεός μας χάρη  ημών, ή μάλλον αντί ημών. Όμως η  φετινή μεγάλη Εβδομάδα ήταν διαφορετική από τις περασμένες, δεν ήταν όπως αυτές που ξέραμε. Είχε κάτι το πρωτόγνωρο, το αναπάντεχο, το ανατριχιαστικό, κάτι που στην μακραίωνη ιστορία των δύο χιλιάδων χρόνων η Εκκλησίας μας δεν είχε ξαναζήσει. Εόρτασε την Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα, αλλά και το Πάσχα με αμπαρωμένες τις πόρτες των Ναών,   χωρίς την συμμετοχή του πιστού λαού της.

Οι Εκκλησιές μας και τα Μοναστήρια μας ερμητικά κλειστά, μέχρι και το τελευταίο χωριουδάκι των οκτώ και δέκα κατοίκων,  χωρίς οι χριστιανοί να μπορούν να συνοδέψουν τον Χριστό  στις εναγώνιες εκείνες ώρες του πόνου Του, χωρίς να μπορούν να τον πλησιάσουν και να τον βοηθήσουν ως άλλοι Κυρηναίοι στην άρση του Σταυρού Του, Χωρίς να έχουν το δικαίωμα να τον προσκυνήσουν και να βρέξουν με τα δάκρια των τα αιματοβαμμένα  Πανάχραντα πόδια Του, χωρίς να ανάψουν κερί και να βάλουν μετάνοια κάτω από το Σταυρό Του, χωρίς οι χριστιανές κόρες και γυναίκες να του στολίσουν τον Επιτάφιο και να συγοψάλλουν το « σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται» και το « Η ζωή εν Τάφο κατετέθης Χριστέ» και το περισσότερο    χωρίς να συμμετέχουν στο δείπνο της βασιλείας Του, το ποτήριον  της Ζωής, εμποδισμένοι από νόμους και από κουστωδίες με την πρόφαση ότι θα τους μεταδοθούν  μικρόβια τα οποία θα μεταδώσουν  σε άλλους ανθρώπους.

Ώ! φρίξον ήλιε στέναξον γη. Πως το βαστάξατε; Πως ανέχεστε ακόμα την αισχρή  τούτη βλασφημία; Πως δεν  έσβησες ξανά ήλιε από ντροπή για τα καμώματα και τα κατορθώματα των σύγχρονων άνομων και παράνομων Φαρισαίων της εποχής μας;  Πως  γη δεν άνοιξες ακόμα να καταπιείς τους σύγχρονους βέβηλους και ασεβείς, αλλά και όλους εμάς, το δειλό και άτολμο ιερατείο που αμαχητί σηκώσαμε τα χέρια και παραδοθήκαμε, υιοθετώντας  το νόμο και το γράμμα εκείνων των φερέφωνων που μας έπεισαν ότι δήθεν όλα αυτά είναι για την υγεία και το καλό του λαού μας. Κι εμείς, καλοί και φρόνιμοι,   τολμήσαμε και παρακούσαμε στην έγγραφη και άγραφη παράδοση δύο χιλιάδων χρόνων και  αποκόψαμε από τον λαό μας τον λώρο εκείνο που τροφοδοτεί και οξυγονώνει την ψυχή του, αγιάζει και θεραπεύει την  ύπαρξη του και γίνεται φάρμακο αθανασίας, κάθε  ύπαρξης, πονεμένης και πενομένης, θλιβομμένης και καταπονουμένης; Που πήγε  η εντολή του Κυρίου σ’ εκείνο το τελευταίο δείπνο  του προς τους μαθητάς του, « Λάβετε φάγετε τούτο μου εστίν το Σώμα , πίετε εξ αυτού πάντες τούτο εστίν το Αίμα Μου, τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν».

Θεέ μου!  Όλα  φαίνεται λησμονήθηκαν και ξεχάστηκαν στη στιγμή κάτω από την πίεση μιας δαμοκλείου σπάθης που ακούει στο όνομα εξουσία. Μιας εξουσίας άσχετης με το δόγμα και την θεολογία των ορθοδόξων. Μιας εξουσίας που αρκείται να ομιλεί μόνο για το σώμα και να μη βλέπει τον άνθρωπο σαν ψυχοσωματική οντότητα. Μια εξουσία που επιβάλλεται με πρόστιμα, τιμωρίες και φυλακίσεις στο λαό για να τον κρατά δέσμιο, υπάκουο και καθηλωμένο.

Λαέ του Θεού, κληρικοί και λαϊκοί, που είναι η δύναμη η ψυχική και σωματική εκείνων που θυσιάστηκαν για την αγάπη του Χριστού; Που είναι τα πρότυπα εκείνα που παραμένουν αιώνια σύμβολα θάρρους και αντίστασης; Που είναι  η ομολογία  του Πέτρου του Αποστόλου,  μπροστά σε εξουσίες και συνέδρια, εκεί που με τόλμη ομολόγησε Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον και βροντοφώναξε  τα αθάνατα εκείνα λόγια. «Πειθαρχείν δη Θεό μάλλον ή ανθρώποις »;

Αδελφοί μου,  αν υποτεθεί ότι μετά από λίγο η ίδια σπάθη, με την ίδια απειλή, ισχύ  και ένταση θα επιβάλλει τα άλλα, τα ερχόμενα τα οποία    λέγονται   εμβόλια, κάρτες του πολίτη, τσιπάκια, πάλι για το καλό των ανθρώπων, εμείς  τι θα πράξομε; Πώς να φερθούμε; Να μείνομε απαθείς  και να  ξανασκύψουμε τα κεφάλια έως εδάφους και να εκφράσουμε ακόμα και ευχαριστίες για την καλή διάθεση της εξουσίας αυτής; Αυτό το αφήνω   στους πάνω από εμένα ταγούς της Εκκλησίας, αλλά και σε κάθε πιστό, να αποφασίσει  ανάλογα με την κρίση του και την πίστη της ψυχής του.

Τώρα, αισθανόμενος Κύριε την δική μου ευθύνη και το βάρος της αμαρτίας που επωμίστηκα  ως ο τελευταίος λειτουργός σου, αλλά και  την θλίψη της αποστροφής  που ένιωσες από μένα  κατά τις ώρες της αγωνίας και του πόνου σου, θρηνώ, στενάζω και ικετεύω την ευσπλαχνία Σου. Κύριε, μη μας καταλογίσεις την αμαρτία ταύτη.

Αφήστε μια απάντηση