Ο ΑΒΒΑΣ ΠΑΛΑΔΙΟΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ

Άκουσα από κάποιο πλοίαρχο, λέει ο Αββάς Παλάδιος, να διηγείται το εξής. « Μια μέρα, καθώς ταξίδευα έχοντας επιβάτες άνδρες και γυναίκες, με προορισμό την Κωνσταντινούπολη, καθώς βγήκαμε στο πέλαγος, ενώ ο καιρός ευνοούσε, εμείς αδυνατούσαμε να πλεύσουμε και παραμέναμε ακίνητοι. Είχα μεγάλη απορία και στεναχώρια τι τέλος πάντων ήταν αυτό.

Εγώ, σαν πλοίαρχος που είχα την φροντίδα όλου του πλοίου και των επιβατών όλων, άρχισα να παρακαλώ τον Θεό γι’ αυτό. Τότε ακούω φωνή αόρατη να μου λέει. «Ρίξε τη Μαρία κάτω και το πλοίο θα ταξιδεύσει». Εγώ σκεπτόμουν τι άραγε είναι αυτό, ποια είναι η Μαρία.     Καθώς λοιπόν είχα την απορία, ξανακούω πάλι τη φωνή.«Ρίξε κάτω τη Μαρία και σώζεστε ». Τότε εγώ σκέφτηκα και φωνάζω. «Μαρία»!

Αυτή ήταν ξαπλωμένη στο στρώμα της, άκουσε και μου απαντάει λέγοντας. «Τι προστάζεις, αφέντη»; Τότε της λέω. « κάνε αγάπη, έλα έως εδώ». Αυτή σηκώθηκε και ήρθε. Μόλις λοιπόν ήρθε, την πήρα κατ’ ιδίαν και της λέω.« Βλέπεις, αδελφή Μαρία, ποιες αμαρτίες έχω και για μένα πρόκειται να χαθείτε όλοι εσείς»; Αυτή αναστέναξε βαριά και είπε. « Αναμφισβήτητα, κύριε πλοίαρχε, εγώ είμαι η αμαρτωλή». Εγώ της λέω. « Γυναίκα , ποιες αμαρτίες έχεις»; Και είπε αυτή. « Αλίμονο μου, γιατί δεν υπάρχει αμαρτία που δεν έπραξα και για τις δικές μου αμαρτίες πρόκειται να χαθείτε όλοι». Τότε μου διηγήθηκε αυτή. « Κύριε πλοίαρχε, εγώ η αθλία είχε έναν άνδρα και δύο παιδιά απ’ αυτόν, το ένα κάπου εννιά χρόνων και τ’ άλλο πέντε και ξαφνικά πέθανε ο άνδρας μου κι έμεινα χήρα. Κάποιος στρατιώτης που έμενε κοντά μου και θέλησα να με πάρει γυναίκα του, κι έστειλα κάποιους προς αυτόν, εκείνος απάντησε. «Δεν παίρνω γυναίκα που έχει παιδιά με άλλο άνδρα».

Τότε εγώ, μόλις άκουσα ότι δεν με θέλει για τα παιδιά κι επειδή συνάμα τον αγαπούσα, έσφαξα τα δυό μου παιδιά η αθλία και του είπα ότι να, τώρα δεν έχω κανένα. Μόλις λοιπόν άκουσε ο στρατιώτης για τα παιδιά, το τι έκανα, λέει. «Στο όνομα του Κυρίου ο οποίος κατοικεί στον ουρανό, δεν θα σε πάρω». Επειδή λοιπόν φοβήθηκα μην φανερωθεί και με συλλάβουν, έφυγα. Ο πλοίαρχος που άκουσε αυτά, λυπήθηκε την γυναίκα και δεν θέλησε να τη ρίξει στο πέλαγος, αλλά σοφίστηκε κάτι και της λέει. « Να Μαρία, μπαίνω εγώ στη φελούκα (βάρκα) κι αν προχωρήσει το πλοίο, γνώριζε, ότι οι δικές μου αμαρτίες εμποδίζουν το πλοίο. Τότε φωνάζει τον αρμόδιο και του λέει. « Μέσα τη φελούκα». Καθώς λοιπόν κατέβηκε ο πλοίαρχος στη φελούκα, τίποτε καινούριο, ούτε το πλοίο ούτε η φελούκα κουνήθηκαν. Τότε ανεβαίνει στο πλοίο και λέει στη γυναίκα. « Κατέβα και συ στη φελούκα ». Αυτή τότε κατέβηκε και μόλις λοιπόν κατέβηκε, η φελούκα αφού πήρε πέντε γύρους, πήγε μονοκόμματη στο βυθό.  Και το πλοίο έπλευσε γρήγορα, ώστε διάνυσε σε πέντε μέρες  απόσταση την οποία επρόκειτο να διανύσει σε δεκαπέντε.

Αφήστε μια απάντηση