ΜΙΑ ΜΑΝΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΦΟΝΟ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ

Μια μάνα γύρω στα τριάντα διηγείται:  Έχω δύο κοριτσάκια, έξι και οκτώ χρονών. Έμεινα ξανά έγκυος. Πιάσαμε μεγάλη γκρίνια με τον άνδρα μου. Να ρίξεις το παιδί. Δεν τα βγάζω πέρα με τα τρία παιδιά. Βλέπεις ότι βασανίζομαι να θρέψω τόσα στόματα. Έχουμε και τους γέρους. Δεν αντέχω άλλο….

Στην αρχή αντιστάθηκα. Άκουγα με φρίκη να με σπρώχνουν σε τέτοιο έγκλημα. Δυστυχώς, με πίεζαν και τα πεθερικά μου. Ο άντρας έγινε πολύ σκληρός, με απειλούσε με διαζύγιο. Απελπίστηκα και υποχώρησα αγανακτισμένη.  Το κακό έγινε. Το παιδί ήταν αγόρι. Όλοι στενοχωρήθηκαν. Τιμωρία από τον Θεό, σκέφτηκα, μα ήταν πλέων αργά.

Πήγα σε πνευματικό και εξομολογήθηκα. Μου έβαλε κανόνα. Πέντε χρόνια ακοινώνητη και με επιείκεια, γιατί το έκανες χωρίς την θέλησή σου. Με υπομονή δέχτηκα τον κανόνα. Όμως πονούσε η ψυχή μου, όταν τις μεγάλες Γιορτές όλοι στο σπίτι πήγαιναν και κοινωνούσαν, ακόμα και ο αίτιος του κακού, έστω από συνήθεια. Με πλήγωναν και τα κοριτσάκια μου, όταν με αφέλεια με ρωτούσαν: Μαμά, εσύ δε θα κοινωνήσεις;  Έπρεπε κάθε φορά να βρίσκω δικαιολογίες, και να δικαιολογούμαι.

Η μικρή μου κόρη, μου έλεγε συχνά: Μανούλα, ήθελα κι εγώ να έχω ένα αδελφούλη. Θα τον αγαπούσα πολύ. Μια φορά μου είπε: Μαμά, είδα στον ύπνο μου ένα αγοράκι. Μου είπε πως είναι ο αδελφούλης μου που αγαπώ. Μα  πως δεν έχει μάτια να με δεί: Με πήραν τα κλάματα, γιατί το ίδιο όνειρο έβλεπα κι εγώ. Ένα τυφλό αγοράκι έτρεχε να με αγκαλιάσει, μα δεν μπορούσε, ήταν τυφλό. Σκέφτηκα, αχ παιδάκι μου! Εγώ σου έβγαλα τα ματάκια σου, γιατί δεν είχα την δύναμη να φωνάξω: Όχι δεν κάνω έγκλημα, που έκαμε δυστυχισμένο κι εσένα, μα περισσότερο εμένα…

Αφήστε μια απάντηση