ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

« Η αγάπη μακροθυμεί…ου ζητεί τα εαυτής…η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει.» (Α΄ Κορ.ιγ΄)

Κάποια νέα χριστιανή, ωραιότατη στην μορφή, αλλά και στην ψυχή πανέμορφη, γνώρισε ένα νέο, με μόρφωση, παρουσία και κάλλος. Το παράστημά του την έλκυσε, την θάμπωσε το κάλλος του και την γοήτευσε η κοινωνική του θέση και κατάσταση. Θα’ναι για μένα κατάλληλος σύζυγος, σκεφτόταν, αφού τα δυό χρόνια που τον γνωρίζω μόνο αγάπη μου δείχνει, κάθε πρόβλημά μου το κατανοεί, μου φέρεται τρυφερά, με προσέχει στοργικά και νιώθω δίπλα του σίγουρη και ευτυχισμένη.

Με αυτή τη σιγουριά και πεποίθηση προχώρησε και έφτασε στον ποθούμενο γάμο της.

Όμως η χαρά και η ευτυχία της πολύ σύντομα μετετράπηκαν σε δοκιμασία και θλίψη. Λίγο μετά  το γάμο τους και την σύλληψη του πρώτου παιδιού τους η χαρούμενη εκείνη νέα μελαγχόλησε. Θλίψη πλημμύρησε την ευγενική ψυχή της όταν αντίκρισε τον αγαπημένο της σύζυγο να κατεβάζει την εικόνα της Παναγιάς από το προσκυνητάρι του σπιτιού τους, την οποία η ίδια είχε κρεμάσει, να την ποδοπατεί, να την υβρίζει,  να την περιφρονεί και έμεινε άφωνη όταν άκουσε από τον ίδιο ότι ανήκει στους άθεους και μηδενιστές.

Πόνεσε βαθειά, έκλαψε με λυγμούς, πέρασαν σκέψεις από το μυαλό της και ο λογισμός της της έλεγε να τον εγκαταλείψει. Όμως μετά από σκέψη και προσευχή αποφάσισε. Όχι, θα αγωνιστώ για χάρη του! Θα τον κάνω χριστιανό! Θα τον φέρω στο Χριστό και την Εκκλησία Του! Με την δική μου υπομονή και την πολλή μου αγάπη είναι αδύνατο να μην τον λυγίσω! Θα τα καταφέρω Θεέ μου! Θα προσπαθήσω, θα νικήσω, δεν θα νικηθώ!

Τον αγαπούσε υπερβολικά, τον περιποιόταν αφάνταστα και γινόταν γι’ αυτόν θυσία. Τον κοιτούσε  ερωτευμένη και χαρούμενη, τον συνόδευε μέχρι την εξώπορτα όταν έφευγε για τη δουλειά του και τον περίμενε στην πόρτα σαν γύριζε στο σπίτι τους. Αγάπη απέραντη, ατέλειωτη, ασυνήθιστη. Αγάπη που έκανε κι εκείνον να απορεί και να της την ανταποδίδει. Έτσι συνέχισε να αγωνίζεται και να υπομένει το βάρος του Σταυρού της εκείνη η ευλογημένη κόρη.

Στην επέτειο του γάμου των ο σύζυγος της, την ρωτά.  « Τι δώρο θέλεις, να σου κάνω αγαπημένη μου »; «Δεν θέλω τίποτε άλλο από το να αγαπήσεις το Χριστό, απάντησε εκείνη». «Μην με ανακατεύεις με αυτά. Χριστός δεν υπάρχει, ξύπνα πιά. Ο Χριστός είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα, είναι εφεύρεση των παπάδων ». Έτσι συνέχισε αυτός την πορεία του και εκείνη να τον αγαπά περισσότερο από πρώτα.

Όταν γεννήθηκε το μωρό τους, στο θάλαμο της κλινικής ο σύζυγος ρωτά την αγαπημένη του. « Για το μεγάλο δώρο που μου χάρισες, τι δώρο να σου ανταποδώσω »; « Να πιστέψεις στο Χριστό», του απάντησε εκείνη. Ξέχνα το, ότι άλλο θέλεις, αυτό δεν γίνεται. Εκείνη λιποθύμησε, αλλά όταν συνήλθε, συνέχισε να τον αγαπά υπερβολικά.

Μερικές φορές που προσπαθούσε εκείνη να βάλει κάποια εικόνα στο δωμάτιό τους ή χριστιανικό βιβλίο στο σπίτι τους, αυτός τα πέταγε και τα περιφρονούσε. Την Άγια νύχτα της Ανάστασης, όταν η καμπάνα της εκκλησίας τον ξύπνησε, εκείνος άρχισε να βλασφημεί το Χριστό, να μιλεί άπρεπα γι’ αυτόν και να χλευάζει τους χριστιανούς και την χριστιανική των πίστη. Η σύζυγος έκλαιε γοερώς για την πτώση του, αλλά συνέχιζε θερμά να τον αγαπά.

Εννέα χρόνια κράτησε το φοβερό της μαρτύριο, αλλά και εννέα χρόνια δεν σταμάτησε ούτε στιγμή την προσευχή και τον ηρωικό και πρωτότυπο αγώνα της.

Κάποια μέρα η ενάρετος εκείνη σύζυγος αρρώστησε βαριά. Καιγόταν από τον πυρετό και έλιωνε σαν κερί στο κρεβάτι. Κάτω από το μαξιλάρι της κρατούσε ημερολόγιο στο οποίο καθημερινά σημείωνε τις σκέψεις της, τους αγώνες της, τις προσπάθειες και την αγωνία της για να φέρει στο Χριστό τον άνδρα της, καθώς τα δάκρια και τις προσευχές της.

Παρά τις πολλές προσπάθειες των γιατρών και την μεγάλη επιμέλεια του συζύγου της, εκείνη δεν ανάρρωσε, αλλά κάποιο ευλογημένο δειλινό η αγνή και μακαρία ψυχή της πέταξε στην αγκαλιά του Θεού για να χαίρεται κοντά σ’ Εκείνον που αγάπησε με όλη την δύναμη της. Έφυγε όμως με το παράπονο ότι δεν κατάφερε να φέρει τον άνδρα της στο Χριστό.

Εκείνος την έθαψε με τιμές. Η θλίψη και ο πόνος του ήταν αβάσταχτος. « Έχασα την αγάπη μου έλεγε, έχασα το αστέρι μου, έχασα τον άγγελο της ζωής μου »! « Με ποιο τρόπο θα τον αναπληρώσω; Πώς να παρηγορηθώ από το χαμό της »; Έβλεπε και έπιανε τα αντικείμενά της και μονολογούσε. «Σ’ έχασα θησαυρέ μου ».

Την επόμενη μέρα της ταφής της, η οικιακή βοηθός του σπιτιού βρήκε το ημερολόγιο της ζωής και των κόπων της, και το παρέδωσε στο σύζυγο της. Ποτέ εκείνος δεν το είχε διαβάσει, ποτέ δεν είχε αντιληφθεί ότι στις σελίδες του υπήρχαν χαραγμένες εννέα ετών προσπάθειες, εννέα ετών ευχές και παρακλήσεις για κείνον.

Όταν διάβασε τον πόνο της αγαπημένης του, ιδίως τις ημέρες της ασθένειάς της, λύγισε. « Χριστέ μου έγραφε εκείνη, να με συγχωρείς που δεν τα κατάφερα. Δεν μπόρεσα να τον φέρω στα πόδια σου. Εκμεταλλεύτηκα όλες μου τις δυνάμεις και θυσιάστηκα στο βωμό του καθήκοντος, αλλά νικήθηκα. Φαίνεται ότι οι αμαρτίες μου στάθηκαν εμπόδιο στο μεγάλο σκοπό μου… Πέρσυ  το Πάσχα με αγκάλιασε και μου είπε «Χριστός Ανέστη », αλλά στη συνέχεια και πάλι παρέμεινε αρνητής του Χριστού…

Όταν στην προηγούμενη εκδρομή μας μπήκαμε σε κάποια εκκλησιά με άλλους προσκυνητές, εκείνος προσκύνησε την εικόνα, όπως όλοι μας, αλλά μετά μου εξήγησε ότι το έκανε απλώς για τα μάτια των ανθρώπων…Τώρα που βρίσκομαι άρρωστη τον βλέπω σκεπτικό και λυπημένο. Μήπως Χριστέ μου σκέπτεται εσένα; Μήπως ήλθε η ώρα της μετάνοιας και επιστροφής του, για να φύγω ήσυχη από την ζωή αυτή; Αχ  Χριστούλη μου, η αγάπη μου δεν νίκησε την απιστία του, συγχώρεσέ με ».

«Νίκησε, νίκησε φώναξε αυτός όταν διάβασε εκείνες τις τελευταίες λέξεις και σκούπισε τα δάκρια του! Εκείνο που τόσα χρόνια αγαπημένη μου δεν κατόρθωσες  όσο ήσουν στη ζωή, το κατόρθωσες τώρα πεθαμένη. Το κατόρθωσε η μεγάλη χριστιανική αγάπη σου που ποτέ δεν θα ξεχάσω ».

«Αγαπημένη μου, σαν ιερό μνημόσυνο στην μακάρια  ψυχή σου κάνω υπόσχεση, ότι από  σήμερα  γίνομαι και εγώ χριστιανός, πιστός και αφοσιωμένος σαν εσένα. Από σήμερα θα  αγαπώ πολύ τον Χριστό όπως με υπομονή μου δίδαξες και θα εργασθώ το υπόλοιπο της ζωής μου κοντά Του, για να σε ανταμώσω τότε στον παράδεισο Του, στον παράδεισο της χαράς και της αγάπης ».